Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

Μύθοι, Θρύλοι, Παραδόσεις

«Τώρα κι αν τα μεσάνυχτα πάνε στο μύλο τα ξωτικά κι οι νεράιδες, ποιόνε να βρούνε και ποιος να τις δει;».
Το χειμώνα πολλοί μύλοι που δεν είχε δίπλα την κατοικία του ο μυλωνάς ερήμωναν τα βράδια μιας και οι ιδιοκτήτες πήγαιναν σπίτι τους στο χωριό, οπότε στη φαντασία των κατοίκων γινόταν τόπος κατοικίας για τους καλικαντζάρους ή τις νεράιδες.
 
Όποιος πιει και ξεδιψάσει
απ’ της νύμφης το νερό
λύπη δεν τον ξαναγγίζει
στη ζωή ποτέ ξανά
Όποιος αν την κρυφακούσει
γίνεται ξανά παιδί
Όποιος ξόρκια αν της κλέψει
γίνεται ο πιο σοφός
 
Όπως κι αν την ονομάσεις
είναι η καλή κυρά
Η νεράιδα που δεν πήρα
το μαντήλι μια φορά
 
Ήθελα να με αγαπήσει
και μου πήρε τη λαλιά
 
 
Πανάρχαιες δοξασίες από την εποχή των μύθων. Πράγματι πίστευαν ότι όποιος ξεδιψάσει από τις πηγές που κατοικούν οι νύμφες δεν τον αγγίζει ποτέ ξανά η λύπη. Όποιος μάθει τα μυστικά από τις καλές κυράδες γίνεται πάλι παιδί. Όποιος κλέψει τα ξόρκια από τις νεράιδες γίνεται σοφός.
 
Οι καλικάντζαροι εμφανίζονταν το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων στους νερόμυλους και εκεί παρέμεναν μέχρι την ημέρα των Φώτων που αγιάζονταν τα νερά και τους έδιωχναν οι παπάδες με την αγιαστούρα. Ζαβολιάρικα πλάσματα οι καλικάντζαροι. Όλο ζαβολιές και καμώματα. Πότε άνοιγαν τα σακιά με τα γεννήματα και σκορπούσαν κάτω το αλεύρι, πότε σταματούσαν τη μυλόπετρα και πότε έπαιζαν παιγνίδια με το μυλωνά. Πρωί-πρωί, πριν από το χάραμα, με το λάλημα του πετεινού αποσύρονταν στο υπόγειο της φτερωτής. Το βράδυ άφηναν το καταφύγιο τους και άρχιζαν πάλι τα παιγνίδια.
 
Ιστορίες με μυλωνάδες
«Όλο εσύ στο μύλο, καλά σ’ έκανε κι ο μυλωνάς»….
Οι μυλωνάδες είχαν τη φήμη μπερμπάντηδων και γυναικάδων και για αυτό το λόγο πολλές γυναίκες αποφεύγανε να πάνε μόνες τους στο μύλο. Έχουν διασωθεί πολλές ιστορίες όπως η πάρα κάτω με τη σκανταλιάρα αλέστρα:
 
-Μύρισέ με μυλωνά.
-Δεν θέλεις.
 
Μετά από λίγες ημέρες
 
-Μύρισέ με μυλωνά.
-Θέλεις.
 
-Αμ’ και πριν ήθελα αλλά ήσουν συναχωμένος.
 
Ο μυλωνάς και ο ληστής
Οι μυλωνάδες φημίζονταν επίσης για την εξυπνάδα τους. Ο παππούς μου ο μυλωνάς διηγούνταν την πάρα κάτω ιστορία. 
Μια φορά κι έναν καιρό ένας άγριος ληστής πήγε να ληστέψει ένα μυλωνά νομίζοντας ότι είναι μόνος του στο μύλο. Χτύπησε την αμπαρωμένη πόρτα φωνάζοντας «Ποιος είναι εδώ;». Ο έξυπνος μυλωνάς κατάλαβε για ποιο πράγμα πρόκειται και ετοιμόλογα απάντησε: «Ο Πάνος, ο Πανούλιας, τα δυο παιδιά του Πάνου, εγώ κι ο μυλωνάς». Ο ληστής νομίζοντας ότι έχει να κάνει με έξι άτομα φοβήθηκε και έφυγε. 
 
Ο μυλωνάς κι ο διάολος.
Για τους μυλωνάδες τα μυστικά του επαγγέλματος ήταν ιερά και δεν τα έλεγαν σε κανέναν παρά μόνο στα παιδιά τους. Ο κόσμος ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει πώς κάνουν τα φράγματα στο ποτάμι ή πώς συνταιριάζουν τους μηχανισμούς του μύλου. Τους θεωρούσαν μάγους ή συνεταίρους του διαβόλου.
Κάποτε ένας μυλωνάς προσπαθούσε να συνταιριάξει καινούρια λιθάρια για το μύλο του, αλλά δεν τα κατάφερνε. Φώναξε 2-3 μυλωνάδες από τα γύρω χωριά, αλλά και πάλι οι μυλόπετρες δεν ταίριαζαν. Τελικά απογοητευμένος είπε:
-Όλους τους φωνάξαμε δεν φωνάζουμε και το διάολο;
-Πηγαίνω να τον φέρω και έφυγε. Κάπου συνάντησε το διάολο, του εξήγησε τι τον ήθελε και εκείνος του απάντησε:
-Πήγαινε και έρχομαι.
Ο μυλωνάς επέστρεψε στο μύλο, ενημέρωσε τους άλλους και περίμεναν. Με αρκετή καθυστέρηση φάνηκε ο διάολος καβάλα σε έναν κόκορα στον οποίο είχε φορέσει γκέμια σαν να ήταν άλογο. Μόλις τον είδαν οι μυλωνάδες άρχισαν να γελάνε βροντερά. Ο διάολος θύμωσε, γύρισε και έφυγε. Ο ιδιοκτήτης του μύλου πήρε κρυφά το διάολο από πίσω και περίμενε. Σε λίγο τον άκουσε να μονολογεί και να φωνάζει όλος νεύρα: «Δεν νογάνε οι κερατάδες να βάλουν πέτρα και σφήνα, πέτρα και σφήνα και μετά να δέσουν τα λιθάρια και κορόιδευαν εμένα»! Αφού άκουσε ο μυλωνάς, χωρίς να μιλήσει, επέστρεψε στο μύλο, ενημέρωσε και τους άλλους και έδεσαν τις πέτρες με τον τρόπο που έλεγε ο διάβολος και ο μύλος λειτούργησε. Την άλλη μέρα ο διάβολος πήγε στο μύλο και μεταξύ αυτού και του μυλωνά, σύμφωνα με τον μύθο, διεξήχθη ο κατωτέρω διάλογος:
Διάβολος: Ήρθα να πάρω το μερτικό μου.
Μυλωνάς: Και ποιος είσαι εσύ που μου γυρεύεις μερτικό;
Διάβολος: Χθες με κρυφάκουσες όταν έλεγα «πέτρα και σφήνα, πέτρα και σφήνα» και έτσι έφτιαξες το μύλο.
Το τι έγινε παρακάτω κι αν πλήρωσε, μόνο ο μυλωνάς κι ο διάολος ξέρουνε. Εμείς δεν θα μάθουμε ποτέ.
---
Μια ιστορία με πολλές ομοιότητες έχει διασωθεί στη Βόρειο Εύβοια. Σύμφωνα με αυτή την ιστορία, το μύλο τον έφτιαξε ο Χριστός και οι μαθητές του. Τα έφτιαξαν όλα τέλεια, το μόνο που δεν μπόρεσαν να καταφέρουν ήταν να πέφτει μόνο του το σιτάρι στις μυλόπετρες. Επισκέφτηκε το μύλο ο διάολος, καθισμένος ανάποδα σε ένα γάιδαρο και μόλις μπήκε μέσα είδε τους μαθητές να ρίχνουν με τις χούφτες το σιτάρι στις μυλόπετρες. Ο διάολος έσκασε στα γέλια και έφυγε κρατώντας την κοιλιά του. Ο Χριστός έστειλε τους μαθητές του να ακολουθήσουν το διάβολο που γέλαγε και έλεγε: «Ρίχνουν το σιτάρι με τα χέρια, δεν νογάνε να βάλουν ένα ξύλο να σβαρνάει και να πέφτει το σιτάρι μόνο του». Για αυτό στη βόρεια Εύβοια πίστευαν ότι τον μύλο μπορεί να τον έφτιαξε ο Χριστός, αλλά έβαλε την ουρά του και ο διάολος. Γι’ αυτό έλεγαν «Όσες βόλτες φέρνει το λιθάρι, τόσα διαόλια έχει μέσα ο μύλος».
 
Της μυλωνούς ο κώλος
Ένα καλοκαίρι πήγε να αλέσει σε κάποιο μύλο ένας δάσκαλος. Κάθισε στο πεζούλι που ήταν πασπαλισμένο με αλεύρι και περίμενε την σειρά του για να αλέσει. Δίπλα του είδε κάτι σημάδια σαν γράμματα και προσπαθώντας να τα διαβάσει συλλάβισε δυνατά:
-Αυτό πρέπει να είναι Θ (θήτα), το άλλο πρέπει να είναι Ο (όμικρον), αλλά αν ήθελε να γράψει Θωμάς το Θω δεν γράφεται με όμικρον.
Ο μυλωνάς τον άκουσε που μονολογούσε και του είπε:
-Δάσκαλε, καλά πρέπει να τα λες του λόγου σου, αλλά μη γυρεύεις ορθογραφία από της μυλωνούς τον κώλο, επειδή γνώριζε ότι η μυλωνού του κυκλοφορούσε χωρίς βρακί και είχε καθίσει νωρίτερα στο πεζούλι που ο δάσκαλος προσπαθούσε να διαβάσει τα σχήματα!
Παραμύθια
Στη Στενή υπάρχουν αφηγήσεις και για τα τρία μοτίβα των παραμυθιών με καλικαντζάρους, που κυκλοφορούν σε όλη την Ελλάδα. Και τα τρία έχουν σχέση με μύλους. Το πρώτο είναι το κοριτσάκι που στέλνεται στο μύλο από την κακιά μητριά, το δεύτερο αφορά τη γέννα της καλικαντζαρούς και τη μαμή και τρίτο και τελευταίο αφορά τον έξυπνο μυλωνά και τον καλικάντζαρο. Στις αφηγήσεις αυτές οι ήρωες σώζονται είτε από φωτιά είτε από το λάλημα του κόκορα. Στην ιστορία με το μυλωνά σχεδόν λυπάσαι τον αγαθιάρη καλικάντζαρο ο οποίος ήταν πολύ φιλικός με το μυλωνά. Ακόμα και στο χωριό μας οι διαφορές των αφηγήσεων στο ίδιο παραμύθι είναι αρκετές μιας και ο κάθε αφηγητής προσθέτει ή αφαιρεί κατά το δοκούν. Τα παραμύθια που ακολουθούν μας τα διηγήθηκε η Μαρία Ντούρμα-Μητάκη

Η Μάρω, η Μάμπω, η Πλούμπω και η Σαρτζαμέγκλα
 
Η Μάρω είναι μια παραλλαγή του παραμυθιού της Μάμπως και της Κάλως, της Πλούμπως κ.λπ. που έχουν διασωθεί στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μια πολύ ωραία αφήγηση έχει διασωθεί και στον γειτονικό μας Θεολόγο. Το παραμύθι λέγεται «Η Σαρτζαμέγκλα» και όπως έλεγαν οι παραμυθάδες του χωριού, σημαίνει μάλλον κοπέλα ή κορίτσι στην γλώσσα των καλικαντζάρων. Επίσης ένα άλλο στοιχείο που προστίθεται σε κάποιες τοπικές αφηγήσεις είναι το λάλημα του κόκορα. Το πρώτο λάλημα είναι από άσπρο κόκορα και δεν το φοβούνται οι καλικάντζαροι, το δεύτερο από μαύρο κόκορα που επίσης δεν φοβούνται και το τρίτο από κόκκινο κόκορα που το φοβούνται και εξαφανίζονται.
 
Η ΜΑΡΩ
Μια φορά κι έναν καιρό
πίναν οι γάιδαροι νιρό
πάω κι εγώ εκεί κουντά
για να πιώ καμιά χουφτιά
κι αρχινίσαν την κλωτσιά!
Δρόμο παίρνω, δρομ’ αφήνου
διψασμένος θ’ απομείνου.
 
Αρχή του παραμυθιού: καλησπέρα στην αφεντιά σας
 
Πριν πολλά χρόνια σε ένα χωριουδάκι ζούσε μια μάνα με την κόρη της, την όμορφη και καλόκαρδη Μάρω. Μέρες γιορτών και στο σπίτι είχαν μείνει από αλεύρι και έπρεπε να φτιάξουν τα γλυκά. Νωρίς έφτασε η Μάρω στο μύλο, αλλά η αράδα ήταν μεγάλη. Ώσπου να φτάσει η σειρά της είχε πια βραδιάσει. Αφού άλεσε φόρτωσε το γαϊδουράκι της και πήρε τον δρόμο για το χωριό. Μόλις απομακρύνθηκε λίγο από τον μύλο πετάχτηκαν μπροστά της τα σκαρκατζούλια και την περικύκλωσαν απειλητικά.
-Πες μας ποιους αγαπάς από μας και ποιανούς θέλεις: τους ξουρισμένους ή τους αξούριγους;
Η Μάρω φοβήθηκε, αλλά κράτησε την ψυχραιμία της.
-Όλους σας θέλω και όλους σας αγαπάω.
-Τι θέλεις να σου δώσουμε; Πες μας Μάρω, πες μας!
-Θέλω μίρτζα νόρτζα.
- Μίρτζα νόρτζα. Μίρτζα νόρτζα. Μίρτζα νόρτζα…. φώναζαν τα σκαρκατζούλια για να μην ξεχάσουν τι τους είχε ζητήσει!
Επέστρεψαν και της γέμισαν με φλουριά το μισοάδειο τσουβάλι με το αλεύρι.
-Τι άλλο θέλεις; Πες μας Μάρω, πες μας!
Πες μας Μάρω, τι θέλεις να σου φέρουμε;
Η Μάρω φοβήθηκε και πάλι αλλά κράτησε την ψυχραιμία της.
-Θέλω μια βελόνα με δυο κώλους.
-Μια βελόνα με δυο κώλους, μια βελόνα με δυο κώλους, μια βελόνα με δυο κώλους…..
Φυσικά και δεν υπήρχε τέτοια βελόνα! Έψαχναν και έψαχναν και τότε η Μάρω βρήκε ευκαιρία να φύγει. Δεξιά το ένα σακί αριστερά το άλλο και αυτή στη μέση σκεπασμένη με ένα σεντόνι.
Όταν κατάλαβαν τα σκαρκατζούλια ότι τους κορόιδεψε και ξέφυγε έτρεξαν να την προφτάσουν.
-Από τη μια είναι το ένα σακί από την άλλη το άλλο σακί και στη μέση το πανωγόμαρο. Η Μάρω που είναι; Πού’ναι η Μάρω; Πού είναι;
Τότε λάλησε ο πετεινός και εξαφανίστηκαν.
Η Μάρω έφτασε σπίτι και εξιστόρησε τα πάντα στη μητέρα της.
Η μητέρα της Μάρως για να ξεχωρίσει τα φλουριά από το αλεύρι ζήτησε από την κακιά και κουτσομπόλα γειτόνισσα το κόσκινο. Η πονηρή γειτόνισσα σκέφτηκε ότι για να θέλει το κόσκινο τέτοια ώρα η γειτόνισσα κάτι συμβαίνει. Άλειψε το κόσκινο με μέλι και όταν της το επέστρεψε βρήκε κολλημένο ένα χρυσό φλουρί. Πίεσε την γειτόνισσα να της πει πού βρήκε το φλουρί και αυτή αναγκάστηκε να πει την αλήθεια. Την άλλη νύχτα η γειτόνισσα έστειλε στο μύλο τη δική της κόρη, που ήταν πιο κακιά κι από την ίδια. Πήγε λοιπόν στο μύλο και στο γυρισμό την περικύκλωσαν τα σκαρκατζούλια.
-Πες μας ποιανούς από μας θέλεις και ποιανούς αγαπάς;
Τους ξουρισμένους ή τους αξούριστους;
-Κανέναν σας δεν θέλω και κανέναν δεν αγαπάω. Είσαστε όλοι άσχημοι και σιχαμένοι! Φέρτε μου μίρτζα νόρτζα!
Τα σκαρκατζούλια τότε θύμωσαν, της έσφαξαν το γαϊδούρι και της τύλιξαν τον λαιμό με τα άντερά του. Κι όσο αλεύρι είχε το σακί της το έριξαν πάνω της. Έτσι γύρισε η κακιά γειτονοπούλα σπίτι της κι έτσι απότομα τελειώνει και το παραμύθι μας!
 
Ακριβής καταγραφή ντοπιολαλιάς.
Η ΜΑΡΟΥ
Πριν πουλλά χρόνια σένα χωριουδάκ’ έζγι μια μάννα μι τ’κόρητς. Όμουρφ’ κι καλή κουπέλα. Η κατακαλή τ’ χουριού. Τσ’γιουρτάδις είχαν ξιμίν’π αλεύρι.
 
-Αι Μάρου σίρι στου μύλου ν’άλέισς. Νουρίς ιν’κομα, θα προυλάβς προυτού νυχτώσ΄.
Φόρτουσ’ του γαιδούρ’ η Μάρου δυό σακιά μσογιμάτα και κίνσι κατά του μύλου. Νουρίς έφτασ’ αλλά η αράδα ήταν μιγάλ’. Ως νάρθ’ η σειράτς είχι βραδιάσ’.
-Κάτσι Μάρω φέις του προυί, να σ’στρώσου δα, τσούπι η μυλουνού.
Η Μάρου σκέφτιταν τ’μάνατς. Τι θα σκέφτιταν ούτ’ έπαθ’.
Φουρτών’ του γαιδούρ κι κίνσε κατά του σπίτ’.
Κ’ δά σαπέρα, πιτάγντι τα σκαρκατζούλια. Ήταν πουλλά κι χοροπήδ’γαν γύρου γύρου απ’του γαιδούρ’. Η Μάρου τρόμαξ’ αλλά άρχσ’ να σκέφτιτ.
Τα σκαρκατζούλια λύσαξαν γύρου γύρου.-Πες μας, Μάρου πές μας, ποιανούς από μας αγαπάς, τσ ξουριζμένς ή τσ αξούργους. Ποιοί ίνε οι πιο όμορφ’ που μας οι ξουρζμέν ή οι αξούργ’;
Ουλνούς σας αγαπάου κι ουλνούς σας θέλου, είστι ουλ καλοί κι όμορφ’.
Φχαριστήθκαν τα ξοποδώ.-Τι θέλς να σ’δώσουμι.-Μίρτζα νόρτζα, μίρτζα νόρτζα θέλου να μ’δώσιτι. Μίρτζα νόρτζα λεν τα σκαρκατζούλια τα φλουριά. Ίδις έξυπν’ η Μάρου;
-Μίρτζα νόρτζα, Μίρτζα νόρτζα, Μίρτζα νόρτζα, έλιγαν τα σκαρκατζούλια για να μη ξεχάσνε. Άκσε να δεις! Ινώ ίνε μουρλά κι βλαμένα κι ξεχνάνι εύκουλα, γιαυτό λεν του ίδιο πράμα πολλές φορές κι όταν ιν να βρούν κατ’του βρίσκνε. Πως γίνιτ’ αυτό κανένας δεν μπουρεί να του καταλάβ’. Η Μάρου προυχόραε με το γαιδράκ’ μπας κι γλιτώσ αλλά αυτοί την πρόκαμαν όξω που το χουριό. Τς γέμσαν του ένα μισουγιουμάτου τσβάλ μι φλουριά.
Τα σκαλικάτζούρια άρχσαν πάλι.
-Πες μας Μάρου, πες μας τι άλλου θέλς; Η Μάρου σκέφτκι τι να ζητήσ’π΄ να μη μπουρούν να του βρούνι για να προυφτάς να πάει στου χουριό.
-Θέλου μια βελόνα με δυο κώλς.
-Μια βιλόνα με δυο κώλς, μια βιλόνα με δυο κώλς, άρχισαν πάλι τα σκαρκατζούλια για μη του ξεχάσνι. Που να τ’ βρούνι, σάμπουτς υπάρχνι;
Όσου έψαχναν η Μάρου έβαλ΄ πάνουτς ένα σιντόνι για να μη φαίνιτ’. Τα σκαρκατζούλια μιτά απού πουλύ ώρα κατάλαβαν ότι η Μάρω τα κουρόιδευ.
Τόφτασαν του γαιδούρ λίγου όξου π’ του χουριό.
Απ’τ΄ μια μιριά του ένα σακί, απ’ τ΄ν άλλ΄τ’άλλο σακί. Που παν’ του παναγώμαρου. Η Μάρου που ίνι;
Τότες λάλσι ου πετνός κι έγιναν άμουρα.
Η Μάρου έφτασ’ σπίτ κι τα ξήγσι ούλα στ’ μάνα τς.
Η μάνα τς για να ξιχουρίς τα φλουριά π’ τ’αλεύρ’ πήγι στ γειτόνσα κι ζήτσι του κόσκνου. Η γειτόνσα ήταν κι κακιά και πουνηρή. Σκέφτκε ότ’ για να ζτάει τέτοια ώρα του κόσκνο η γειτόνσα κάτ’τρέχ’. Άλειψ’του κόσκνου μι μελ’κι μόλις του πήρε πίσου βρίκι ένα φλουρί κουλμένο πάν’.
Πίγι στ γτόνσα, τν έπριξ’ κι αυτή αναγκάστκι να τα’ τα πει ούλα. Τν άλλ’ μέρα η γτόνσα έστλι τν κόρη τς στου μύλου ν’αλέσ’ για να πάρ’ κι αυτή φλουριά. Η κόρτς ήταν πιο κακιά κι απ’ την ίδια. Πίγι, άλισ’ κε γύρναϊ σπίτ’. Νας πάλι τα σκαρκατζούρια να χοροπδάν γύρου γύρου.
-Ποιοι από μας σ΄αρέσνε; Οι ξουρζμένοι ή οι αξούργ’, τ’ρώτσαν τα σκαρκατζούλια.
-Ποιανούς από μας αγαπάς;
-Κανένα σας δεν αγαπάου κι είστι ούλ’ άσχημ’κι σχαμένοι! Φέρτεμ μίρτζα νόρτζα!
Ρε ντιπ μυαλό στου κεφάλι’ τ’ δεν είχι αυτό του κουρίτσι.
Τότες τα σκαρκατζούλια τσούσφαξαν του γαιδούρ’ κι τα πέρασαν τα άντιρα τ’ γαϊδάρ’ στου λιμό. Τσούρξαν κι τάλεύρ’ που πάν και έτσ’ τν έστλαν στ’ μάννατς.
 
Τα σκαρκατζούλια και η μαμή Σοφίτσα
Ήταν μια καλικαντζαρού έτοιμη να γεννήσει στο μύλο της Μαυροπλιάς (εκεί που είναι σήμερα η καφετέρια Μύλος στην Πάνω Στενή). Πήγανε τα σκαρκατζούλια στη μαμή Σοφίτσα (Σοφία Παπαναστασίου-Νικολάου 1866-1962, πρακτική μαία). Αυτή βγήκε έξω με ένα δαδί γιατί φοβόταν. Τα σκαρκατζούλια φοβούνται τη φωτιά. Μπροστά η μαμή με το δαυλί και πίσω τα σκαρκατζούλια που δεν ζύγωναν και πολύ έφτασαν στο μύλο. Η μαμή τους έβγαλε έξω για να την ξεγεννήσει. Τα σκαρκατζούλια φώναζαν απ’έξω. «Άμα κάνει αγόρι λίρες και φλουριά, άμα κάνει κορίτσι άντερα και κοιλιές». Η καλικαντζαρού γέννησε κορίτσι. Η μαμή φοβήθηκε και έβαλε ένα κέρινο τσουτσούνι. Τύλιξε καλά το μωρό για να μην φαίνεται. Άνοιξε την πόρτα, τους είπε ότι είναι αγόρι και να μην ανοίξουν τις φασκιές. Πήρε τα φλουριά και έφυγε. Από τη χαρά τους τα σκαρκατζούλια δεν κρατήθηκαν και άνοιξαν τις πάνες. Το κερί είχε παγώσει και ξεκόλλησε. Τα σκαρκατζούλια πήγαν τότε έξω από το σπίτι της μαμής και φώναζαν. «Ψεύτικα τα ψωλιά, κάρβουνο τα φλουριά». Η μαμή πήρε ένα δαυλί βγήκε έξω και τα σκαρκατζούλια εξαφανίστηκαν.
 
Ακριβής καταγραφή ντοπιολαλιάς
Τα σκαρκαντζούλια κι η μαμή Σουφίτσα
Ήταν μια καλικαντζαρού γκαστρουμένη κι ήταν έτοιμ’ να γιννήσ’ στου μύλου τσ Μαυρουπλιάς. Πήγαν’ τα σκαρκατζούλια στ’ μαμή Σουφίτσα λέει, αυτή βγήκε όξου με το δαυλί γιατί φουβόταν. Αν βγαίν’ς μι δαυλί τα σκαρκαντζούλια φοβούντι. Μπρουστά η μαμίτσα με το δαυλί με πίσω τσ’ καλικατζάρους, δε ζυγώναν πουλύ αυτοί, φτάσαν’ στο μύλου. Η μαμίτσα τσ’ έβγαλ’ όξου κι μπήκι να ξιγηννήσ’. Τα σκαρκατζούλια φώναζαν απ’ όξου «Άμα κάν’ αγόρι, λίρις και φλουριά, άμα κάν’ κουρίτσι, άντιρα κι κλιές». Η καλικαντζαρού γέννσι κουρίτσι. Η μαμίτσα φουβήθκε κι έβαλ’ ένα τσουτσούν’ που’ κιρί. Τύλξε καλά του μουρό να μη φαίνετ’. Άνξι στα σκαρκαντζούλια, τσ’ λέει «αγόρ’ είνι» και τσ’ λέει να μην ανοίξνε τα φασκιά ως να πάει σπίτ’. Πήρι τα φλουριά κι έφγε. Τα σκαρκατζούλια δεν κρατήθκαν απ’ τ’ χαρά τσ’ κι αν’ξαν τς΄πάνες. Έλα π’ το κηρί είχι παγώσ’! Ξικόλσε, του κηρί, πάει. Τα σκαρκατζούλια λύσσαξαν τώρα. Κάν’νε στου σπίτ’ τσ μαμίτσας κι έσκουζαν: «Μαμίκο, μαμίκο, κιρένια τα ψουλιά, κάρβνο τα φλουριά.» Η μαμίτσα βγαίνει όξου μ’ ένα δαυλί και χάθκαν τα σκαρκαντζούλια
 
Ου έξυπνους μυλουνάς
Ήταν ένας μυλουνάς π΄ δε φουβόταν τα σκαρκατζούλια. Άκ΄γε αλλά δε πίστιυι. Αυτός δεν είχι δει ποτέτ. Μια χρουνιά είπι να ψησ’ του γρούν και νάρθνε τν άλλ’ μέρα του σόι κι οι φίλοι τ’ να φάνι. Ήταν Χριστούγινα. Άναψι φουτιά, έβαλ’ του γρούν στ’ σούβλα κι άρχισ’ να του γυρνάει. Ως τν άλλ’ μέρα θα ΄χε ψθεί. Όπως γύρναε τ’ σούβλα γυρνάει του κιφάλι’τ κι τι να δει; Ένα σκαρκατζούλ’ είχι πιράς΄ ένα βατράχ’σε ένα καλάμ’ και κάθιταν δίπλα τ’.
-Να ψήσου κι εγώ το βατραχάκιμ’. Χουρίς να τουν ρουτίσ’ έβαλ’ του βατράχ’ στου λίπους τ’ γρουνιού κι άρχσ’ να του ψήν’. Λιγουρέυιταν όμους του γρούν τ’ μυλουνά. Του κριάς τ’γρουνιού αρέσ΄στα σκαρκατζούλια. Τούπιφταν τα σάλια. Ου μυλουνάς τουν τήραϊ και σκέφτιταν τι να κάν’. Του σκαρκατζούλ’ ήθιλ΄κι κβέντα.
-Πως σι λένε; ρώτσι του μυλουνά; Ου μυλουνάς ήταν έξυπνους.-Ου ιαυτός μου μι λένι.
-Ουραίου όνουμα ίπι του σκαρκατζούλ. Ου μυλουνάς όσου τουν τήραϊ να μαγαρίζ’ του γρουν τόσου θύμουν’. Βτάει απ’τα νεύρατ’τ’σούβλά και τ΄τρυπάει του πουδάρι. Ως να καταλάβ’ του έξουπουδω τι έγιν΄, φόρτουσ΄του μλάρ΄ δυο σακιά αλεύρ’ ανέβκι κι αυτός έβαλ’ ένα σιντόν’ πάνου τ’ κι λάκσε κατά του χουριό ου μυλουνάς.
Ο σκαλκάτζαρος έβαλ΄τς φουνές.-Τριχάτι αδέρφια, τριχάτι μι μσέρεψαν.
–Ποιος στου έκαν’άυτό;
-Ου ιαυτός μ’.
Γέλαγαν κι κουρόιδιυαν τ΄αλλα σκαρκατζούλια. Ώς να καταλάβνι τι ίχι γίν’ πέρασ’η ώρα. Έτριξαν κι πρόλαβαν’ του μυλουνά έξου π’ του χουριό.
-Διξά σακί, ζιρβά σακί, πανουγώμαρ’ του σιντόν’, ου μυλουνάς που ίνι; Χουρουπήδαγαν γύρου γύρου τα σκαρκατζούλια ώς να σκόσνι του σιντόν’. Του μ’λάρ ίχι μπει στου χουριό. Άρχσι τα ρεκατά ου μυλουνάς. -Βγικάτι όξου χουριανοί μι κνηγάν τα σκαρκατζούλια. Βγήκαν ούλ’ οι χουριανοί μι δαυλιά, λάλσι κι ου πιτνός και τα σκαρκατζούλια έγναν άμουρα. Που να ξανακαθήσ’ νύχτα στου μύλου!
Ο έξυπνος μυλωνάς
Ήταν ένας μυλωνάς που δεν φοβόταν τα σκαρκατζούλια. Άκουγε πολλά, αλλά δεν πίστευε τίποτα από αυτά. Αυτός δεν είχε δει ποτέ του. Μια χρονιά είπε να ψήσει το γουρούνι και να έρθουνε την άλλη μέρα το σόϊ και οι φίλοι του να φάνε. Ήταν Χριστούγεννα. Άναψε φωτιά, έβαλε το γουρούνι στη σούβλα και άρχισε να το γυρνάει. Έως την άλλη ημέρα θα είχε ψηθεί. Εκεί που έφερνε γυροβολιά το χοιρινό στη σούβλα, γυρνάει το κεφάλι του και τι να δει; Ένας καλικάντζαρος που κρατούσε στο χέρι του ένα βάτραχο καρφωμένο σε μια βέργα και καθόταν δίπλα του.
-Δεν σε πειράζει να ψήσω κι εγώ βάτραχό μου; Και χωρίς να περιμένει απάντηση έβαλε τον βάτραχο στο λίπος του γουρουνιού και άρχισε να τον ψήνει. Λιγουρευόταν όμως και το γουρούνι του μυλωνά. Στα σκαρκατζούλια αρέσει το κρέας του γουρουνιού. Του έπεφταν τα σάλια.
Ο μυλωνάς κοιτούσε αποσβολωμένος τον καλικάντζαρο να λιπαίνει το βάτραχο με το κρέας του χοιρινού του που ψηνόταν και να το μαγαρίζει. Σκεφτόταν πώς να αντιδράσει, ενώ ο καλικάντζαρος γλυκοκοίταζε το χοιρινό, μιας και ήταν πιο νόστιμο από το βάτραχό του και είχε όρεξη για κουβέντα.
-Πώς σε λένε;
Ο μυλωνάς ήταν έξυπνος
-Με λένε ο εαυτός μου!
-Ωραίο όνομα, λέει ο καλικάντζαρος. Ο μυλωνάς όσο τον έβλεπε να μαγαρίζει το γουρούνι τόσο θύμωνε. Βουτάει από τα νεύρα του την σούβλα και του τρυπάει το ποδάρι. Ώσπου να καταλάβει το έξω από δω τι έγινε, φόρτωσε το μουλάρι δυο σακιά αλεύρι, καβάλησε το μουλάρι έριξε κι ένα σεντόνι πάνω του και έφυγε για το χωριό.
Ο καλικάτζαρος μόλις συνήρθε έβαλε τις φωνές: «Αδέλφια τρέχτε να με σώσετε»!
Έτρεξαν οι καλικάτζαροι…
-Τι έγινε ποιος σε πείραξε;
-Ο εαυτός μου!
Βάλανε τα γέλια οι υπόλοιποι και ώσπου να καταλάβουν τι είχε γίνει είχε περάσει ή ώρα. Κυνήγησαν το μυλωνά και τον πρόλαβαν κοντά στο χωριό.
-Από δεξιά σακί, από αριστερά σακί και πανωγόμαρα σεντόνι, ο μυλωνάς πού είναι;
Χοροπηδούσαν γύρω γύρω οι καλικάντζαροι ώσπου σήκωσαν το σεντόνι.
Το μουλάρι εν τω μεταξύ είχε μπει στο χωριό. Βάζει τις φωνές ο μυλωνάς: «Βγαικάτε έξω χωριανοί! Με κυνηγάνε τα σκαρκατζούλια»!
Τότε βγήκαν έξω από τα σπίτια όλοι οι χωριανοί με δαυλιά λάλησε κι ο πετεινός και οι καλικάντζαροι εξαφανίστηκαν. Που να ξαναμείνει ο μυλωνάς νύχτα στον μύλο!
 
Αποφθέγματα
Οι μύλοι και οι ιστορίες τους άφησαν πίσω τους και πολλές  παροιμίες…
«Αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πας». Η αράδα στο μύλο ήταν νόμος απαράβατος. Εξαίρεση για αλλαγή σειράς αποτελούσε μόνο όταν επρόκειτο να αλεστεί σιτάρι για ψωμιά του γάμου.
 
«Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δίνετε».
 
«Στο μύλο και στον καφενέ μην το πεις» εννοώντας πως ό,τι λέγεται στον μύλο δεν μένει ποτέ μυστικό.
 
«Όλοι κλαίνε τα χάλια τους κι ο μυλωνάς τη δέση». Συνήθως δυο φορές την εβδομάδα ο μυλωνάς έκανε συντήρηση του μυλαύλακα.  
 
«Με κουβαλητό νερό μύλος δεν αλέθει».
 
«Αυτά να τα λες εκεί που γυρνάει ο μύλος». …εκεί δηλαδή που από τον θόρυβο δεν σε ακούει κανένας.
 
«Τα βάσανά  μου είναι πολλά, τρεις μύλοι δεν τ’ αλέθουν». 
 
 «Χαλασμένοι μύλοι, σβησμένοι φούρνοι».
 
 «Ζυμοφούρνιζε Διαμάντω - φέρε αλεύρι κασιδιάρη (απάντηση γυναίκας στον τεμπέλη άντρα της που είχε την αξίωση να τον τρέφει αυτή).
 
«Στο τέλος παίρνει ο μυλωνάς το ξάϊ».
 
 «Όποιος έχει αλέσει χαίρεται, που αλέθει τραγουδάει, κι όποιος να αλέσει καρτερεί του κώλου του τραβάει». Αναφέρεται στην χαρά κάποιου που έχει τελειώσει ένα δύσκολο έργο, στην χαρά αυτού που προχωράει το έργο και στην αγωνία αυτού που δεν έχει ξεκινήσει ακόμα.
 
«Η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες». Αφορά αυτούς που θέλουν να φανούν ανώτεροι από ό,τι πραγματικά είναι.
 
«Γίνεται μύλος». Λέγεται όταν σε ένα μέρος χαλάει ο κόσμος από τη φοβερή φασαρία σαν το θόρυβο του μύλου από το γύρισμα της μυλόπετρας, τον κρότο του νερού, τις συζητήσεις των πελατών και το αδιάκοπο χτύπο του βαρδαριού.
 
«Θεωρία επισκόπου και καρδιά μυλωνά». Λέγεται για τους ανθρώπους που στην εμφάνιση είναι καλοί αλλά κατά βάθος κακοί.
 
«Όποιος αέρας κι αν φυσά ο μύλος πάντα αλέθει». Οι επιτήδειοι που είναι κερδισμένοι σε κάθε κατάσταση.
 
« Σαν την κάτω πέτρα του μύλου». Τεμπέλης όπως η κάτω πέτρα που δεν κουνιέται.
 
«Της μυλωνούς είν’ ο καημός να βάλει μαύρο ρούχο». Λέγεται για να εκφραστεί ο καημός του καθενός για τις συνθήκες εργασίας του.
 
 «Πολλή βουή στο μύλο μας και το αλεύρι λίγο». Πολλή φασαρία για το τίποτα.
 
«Η ζυμώτρια επαινιόταν και ο μύλος εκαυχιόταν». Λέγεται για αυτούς που εκμεταλλεύονται  άλλων επιτυχίες.
 
«Αλλού χτυπάει το νερό κι αλλού βροντάει ο μύλος». Παραπλανητικά φαινόμενα.
 
 «Των μυλωνάδων τα παιδιά πεθαίνουν από δίψα». Το νερό άφθονο, η δουλειά πολλή, αδιαφορία για τα παιδιά.
 
 «Ας αλέθει ο μύλος κι ας μουγκρίζει ο χοίρος» ή «ο μύλος να γυρίζει κι ο σκύλος ας γαυγίζει». Κάνε την δουλειά σου κι άσ’ τους να λένε. 
 
«Έβαλε το νερό στ’ αυλάκι». Λέγεται για εκείνους τους ανθρώπους που έβαλαν στη ζωή τους κάποια τάξη, σειρά και βρήκαν κάποια αποκατάσταση.
 
«Πάει το στόμα του σαν βαρδάρ’». Λέγεται για κείνους που συνεχώς ομιλούν και ασταμάτητα φλυαρούν όπως ακούγεται το βαρδάρ’ να χτυπάει πάνω στην μυλόπετρα.
Αινίγματα Δύο βουβάλια μουγκρίζουνε να βγάλουν άσπρο χώμα. Τι είναι; (ο αλευρόμυλος)
Γύρω-γύρω κάγκελα και στη μέση αλέθει ο μύλος. Τι είναι; (το στόμα με τα δόντια)
Γύρω-γύρω κάγκελα και στη μέση αλέθει ο μύλος. Τι είναι; (το στόμα με τα δόντια)
 
Χίλιοι πάνε κι έρχονται και συναπαντιούνται. Τους λιώνουν τα κορμιά τους και τους αλλάζουν το όνομά τους. (Το σιτάρι που αλέθεται και  γίνεται αλεύρι).
 
Δημοτικά τραγούδια
 
Μαριωρή του Μυλωνά
χάλασ’ο μύλος δε γυρνά
ένα δόντι όλο σπάει
και το άλεσμα χαλάει
 
Μαριωρή, βρε Μαριωρή
χάλασ’ ο μύλος, δεν μπορεί
ούτε στρίβει ούτε αλέθει
κι όλο μας χαλάει το κέφι
 
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Ο ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ
ΓΙΑΝΝΗ ΜΗΤΑΚΗ
 
 
Η συγγραφή του βιβλίου έχει βασιστεί σε αφηγήσεις της Μαρίας Ντούρμα-Μητάκη τόσο στο ιστορικό του μύλου όσο και στα τεχνικά χαρακτηριστικά και την λειτουργία του νερόμυλου.  Γεννήθηκε το 1937 και μεγάλωσε στο μύλο κι έμεινε εκεί έως το 1961. Στο μόνο που δεν μας ικανοποίησε ήταν σε αφηγήσεις για νεράιδες, ξωτικά και άλλα … μεταφυσικά φαινόμενα. Όπως μας είπε αν και μεγάλωσε στον μύλο ποτέ δεν είδε κάτι από αυτά.
 
ΠΗΓΕΣ
 
Δημήτρη Σέττα  Οι νερόμυλοι Α.Ε.Μ
 
Γιάννη Γιαννούκου  Το ξεχειμώνιασμα στη Στενή  Διρφυακά
 
Γιάννη Γιαννούκου  Επαγγέλματα στη Στενή  Διρφυακά Νέα
 
Γεωργία Καρδιόλακα  Τα παραμύθια της Στενής  Διρφυακά
 
Δημήτρης Γιαννούκος  Το Χρονικό της Στενής

Μπομπότα

Την εποχή της αυτάρκειας, που η κάθε οικογένεια καλυπτόταν μόνο με αυτά που καλλιεργούσαν οι ίδιοι, οι νοικοκυραίοι, έπρεπε να φροντίσουν να υπάρχει ισορροπία στα είδη διατροφής που παρήγαγαν. Έτσι λοιπόν ένας νοικοκύρης της Στενής φρόντιζε να παράγει σιτηρά και δημητριακά σε σωστή αναλογία, για να μην στερηθεί η οικογένεια του κάτι από αυτά. 
Έτσι λοιπόν παρήγαγαν από ένα μερτικό καλαμπόκι, κριθάρι, τα οποία χρησιμοποιούσαν και σαν ζωοτροφές, από ένα μερτικό φάβα και ρεβίθια και δυόμιση μερτικά σιτάρι.
Σε πολλές περιπτώσεις όμως, όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα περίμεναν ή σε δύσκολες περιόδους ή οι πιο φτωχοί, το σταρένιο ψωμί το αντικαθιστούσαν είτε με σμιγάδια είτε με κριθαρένιο ψωμί είτε με καλαμποκάλευρο φτιάχνοντας μπομπότα.
Τα ποτιστικά χωράφια με καλαμπόκι είχαν πολύ καλή απόδοση Τα ξερικά καλαμπόκια τα βάζουν ακόμα και σήμερα αλλά για ζωοτροφή. Από τον Ιούλιο άρχιζαν να τα μαζεύουν σταδιακά και να τα λιάζουν. Τον Αύγουστο είχε τελειώσει η συγκομιδή και τα πήγαιναν στα αλώνια. Τα χτύπαγαν με ξύλα, τα «λουμπούτια». Το καλαμπόκι αλωνισμένο πήγαινε στο μύλο για να αλεστεί. Οι μύλοι δεν άλεθαν ποτέ τη ίδια ημέρα σιτάρι με δημητριακά ή άλλα σιτηρά. Για αυτό όριζαν συνήθως μια ημέρα τον μήνα. Οι αλεστές πήγαιναν το καλαμπόκι στο μύλο και έπαιρναν αλεύρι. Το πήγαιναν στο σπίτι κι εκεί η νοικοκυρά το κοσκίνιζε. Το χοντρό αλεύρι που δεν πέρναγε από την σήτα γινόταν ζωοτροφή.
Στην πιο φτωχική της εκδοχή η μπομπότα έχει και την πιο απλή συνταγή. Ανακάτευαν το αλεύρι με ζεστό αλατισμένο νερό, το ζύμωναν στο σκαφίδι, το έβαζαν στο ταψί αλείφοντας λίγο λάδι στον πάτο του και το έβαζαν στο φούρνο η με γάστρα στο τζάκι. Το ψήσιμο κράταγε γύρω στη μισή ώρα. Για κάποιους ήταν το ψωμί τους για κάποιους άλλους που είχαν σιτάρι ήταν όπως και η προπύρα. Έβαζαν την μπομπότα και την έτρωγαν, ώσπου να βγει το σταρένιο ψωμί το οποίο αργούσε να ψηθεί. Η κάθε νοικοκυρά είχε και τις δικές της συνταγές. Καλαμποκάλευρο μαζί με αλεύρι από σιτάρι έκαναν την μπομπότα πιο γευστική και πιο μαλακή. Λίγη ζάχαρη και λίγο λάδι βελτίωναν τη γεύση της. Αργότερα την έκαναν και γλυκό βάζοντας αρκετή ζάχαρη, σταφίδες έως και σιρόπι. Βρασμένο το καλαμποκάλευρο γίνεται κουρκούτι και λεγόταν κατσαμάγκα. Επίσης πολλές φορές έκοβαν τη σκληρή μπομπότα σε κομμάτια και την έριχναν σε βραστό νερό.
 
Γιάννης Μητάκης

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Μπενίσης Ευάγγελος

Στις 14-12-1999 απεβίωσε και στις 15-12-1999, έγινε η κηδεία του Ευάγγελου Μπενίση στο Βαθύ Αυλίδος.
Ο Ευάγγελος Μπενίσης έζησε 92 χρόνια, εκπληρώνοντας στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του σαν άνθρωπος και οικογενειάρχης, αλλά και σαν υπέρμαχος της ποιοτικής αναβάθμισης της κοινωνίας, στο μέτρο που του επέτρεπαν, το επάγγελμά του, η κοινωνική του ένταξη και το πολιτιστικό, πολιτισμικό και οικονομικοεπαγγελματικό επίπεδο των συνανθρώπων του.
Ήταν παντρεμένος με την Παρασκευή Γιαλού και απέκτησαν πέντε παιδιά, για τα οποία μόχθησε, ώστε να αποκατασταθούν επαγγελματικά, να αναδυθούν κοινωνικά και να πλουτίσουν πνευματικά και ψυχικά.
Ο Ευάγγελος Μπενίσης ήταν πατέρας του Γιώργου (Λογιστής), του Κώστα (Αγρότης), του Θανάση (επιχειρηματίας), του Βασίλη (Μηχανολόγος-Ηλεκτρολόγοε του Ε.Μ.Π. και πρόεδρος Του Λιμενικού Ταμείου και της Αλεξάνδρας Μπενίση-Τζεβελέκου. Ενώ σαν παππούς, «εισέπραξε» την ευτυχία, τη χαρά και τη δικαίωση που του πρόσφεραν απλόχερα μέσα απ΄ το χαμόγελο και την αγάπη τους τα οκτώ εγγονάκια του.
Από τη Στενή έφυγε οικογενειακώς το 1972 και εγκαταστάθηκε στο Βαθύ Αυλίδος. Να θυμίσουμε επίσης, πως επί σειρά ετών είχε χρηματίσει πρόεδρος των κτηνοτρόφων της περιοχής Διρφύων, αφήνοντας εποχή για τη δράση του. Ένας φορέας που σήμερα δεν υπάρχει ή αν υπάρχει βρίσκεται σε αδράνεια. Και αν έχουν εκλείψει οι λόγοι της ύπαρξής του «έχει καλώς», αν όμως δεν έχουν εκλείψει, θα πρέπει να το ξανασκεφτούν οι κτηνοτρόφοι μας.

Μπενίσης Βασίλειος


Σε ηλικία 60 ετών, απεβίωσε ο Βασίλης Μπενίσης, το Σάββατο 5-5-2001 και η κηδεία του έγινε στη Χαλκίδα, στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου.
Οι γονείς του ήταν, ο Ευάγγελος Μπενίσης και η Παρασκευή Γιαλού, που ήταν κτηνοτρόφοι.
Αυτός τελείωσε το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ως Μηχανολόγος-Ηλεκτρολόγος.
Καταγόταν από τη Στενή και ήταν πρόεδρος της Λιμενικής Επιτροπής Χαλκίδος και για πολλά χρόνια υπηρέτησε ως προϊστάμενος του εργοστασίου της ΑΒΝΕ «ο Δάριγκ και Σία».

Μπεληγιάννης Χαράλαμπος

Ο Χαράλαμπος Μπεληγιάννης παντρεύτηκε την Αγγελική Κουτσούκου.
Έκαναν:
1) Τη Φώτω, που παντρεύτηκε το Γιώργο Γάτο. Δεν έκαναν παιδιά και πήραν ψυχοπαίδι τον Παναγιώτη Τσουτσαίο, παιδί της αδερφής της.

2) Τη Βασίλω που παντρεύτηκε το Γιάννη Τσουτσαίο (Γιαννάκο) και έκαναν τη Λένη, το Χρήστο, την Κατίνα, το Γιώργο και τον Παναγιώτη που τον υιοθέτησε η θεία του η Φώτω που είχε παντρευτεί το Γιώργο Γάτο.

3) Τον Παναγιώτη, που παντρεύτηκε την Κατίνα (Βλάχα) και έκαναν μία κόρη. Ο Παναγιώτης σκοτώθηκε στο Πετρίτσι στους πολέμους το 12-13.
4) Το Μήτσο (Μέτος)…..
5) Το Γιώργο που παντρεύτηκε τη Γιαννούλα (του Ντόλη) .

Έκαναν πέντε παιδιά το Θανάση, την Ελένη, το Μπάμπη, τον Παναγιώτη, την Αγγελική.
6) Το Βαγγέλη που ήταν γιατρός και παντρεύτηκε στην Ερέτρια. Το όνομα της γυναίκας του ήταν Τούλα.
7) Το Θανάση που  πήρε την Τσάνα Μπεληγιάννη (Κολοτόπη) και έκαναν τον Παναγιώτη και το Θανάση.
8) Την Παρασκευή (Παρασκευάνα), που παντρεύτηκε το Μήτσο Γιαννούκο και έκαναν τη Βαγγελιώ, την Τσάνα, την Ελένη και το Μήτσο.
 
 
*Βοηθήστε μας να συμπληρώσουμε ή και να επεκτείνουμε το γενεαλογικό σας δένδρο.

Μπεληγιάννης Στέφανος και Παρασκευή

Το 1971 απεβίωσε η Παρασκευή Μπεληγιάννη, το γένος Σιμιτζή, σε ηλικία 69 ετών και το 1985 απεβίωσε ο σύζυγός της Στέφανος Μπεληγιάννης σε ηλικία 76 ετών.
Ο Στέφανος Γεννήθηκε το 1909 και η Παρασκευή το 1902.
Παντρεύτηκαν και απέκτησαν τρία παιδιά.
Τη Μαρία, που παντρεύτηκε το Νικόλαο Μπαρμπούρη και απέκτησαν μία κόρη, την Παρασκευή.
Το Θανάση, που παντρεύτηκε την Αναστασία (Τασία) Κυριακοπούλου από την Κόρινθο και έκαναν δύο παιδιά, το Στέφανο και τη Μαρία. Όταν απεβίωσε η Τασία, παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τη Γεωργία (Ίγκεμπορκ) Τερκέτσκι από το Δυτικό Βερολίνο (Γερμανία).
Το άλλο παιδί απεβίωσε σε βρεφική ηλικία.
Ο Στέφανος διορίστηκε ταχυδρόμος το 1924 ή 25. Το 1928 έγινε μόνιμος και το 1959 συνταξιοδοτήθηκε.
Αν ζούσε θα καμάρωνε εκτός από τα παιδιά του και πέντε δισέγγονα.
Και οι δύο ήταν άνθρωποι σοβαροί, σωστοί οικογενειάρχες, ανταποκρινόμενοι ο καθένας στο ρόλο του και έχαιραν της εκτίμησης όλων των κατοίκων της Στενή.
Ειδικά ο Στέφανος είχε εκτιμηθεί πολύ και από τους κατοίκους των χωριών που εξυπηρετούσε ταχυδρομικώς και μάλιστα πηγαίνοντας με τα πόδια. Στρόπωνες, Λάμαρη, Μετόχι, Κούτουρλα. Μέχρι και τη Σέτα εξυπηρετούσε κάποια διαστήματα.
Το σπίτι του στη Στενή είχε μετατραπεί σ΄ένα άτυπο πανδοχείο, φιλοξενώντας όλους τους ανθρώπους των γύρω χωριών που για διαφόρους λόγους έπρεπε να διανυκτερεύσουν στη Στενή.
Κάτι που μέχρι και σήμερα το λένε οι γεροντότεροι από τα γύρω χωριά.

Μπεληγιάννης Νικόλαος (Κάκης)

Στις 24-2-2010 απεβίωσε ο Νικόλαος Μπεληγιάννης σε ηλικία 78 ετών.
Η κηδεία του έγινε στις 25-2-2010, στον Ιερό Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Άνω Στενή.
Ο Νικόλαος Μπεληγιάννης γεννήθηκε το 1932 και ήταν γιος του Ιωάννου Μπεληγιάννη (Γιάγκου) και της Ευαγγελίας Λέων (Καλιάφα).
Στις 6-9-1959 παντρεύτηκε τη Γιούλα Γάτου του Ιωάννου από την Κάτω Στενή και απέκτησαν τρία παιδιά, την Ευαγγελία, το Γιάννη και το Δημήτρη.
Η Ευαγγελία παντρεύτηκε με το Βασίλη Χριστοδούλου και ζει στη Χαλκίδα και έχει τρία παιδιά, τον Κώστα, το Νίκο και τον Παναγιώτη. Ο Γιάννης παντρεύτηκε με την Σταυρούλα Ηλία από την Αμφιθέα, ζει στη Στενή και απέκτησε τρία παιδιά, την Παναγιώτα, το Νίκο και την Αθανασία. Ο Δημήτρης παντρεύτηκε την Τασία Γιαπλέ από τα Καμπιά ζει στο Βατώντα και απέκτησαν τρία παιδιά το Γιάννη, το Νίκο και τον Κώστα.
Τα τελευταία πέντε χρόνια ο Νίκος Μπεληγιάννης λόγω ενός εγκεφαλικού επεισοδίου καθηλώθηκε στο κρεβάτι για το υπόλοιπο της ζωής του, κάτι που όλοι καταλαβαίνουμε ότι υπέφερε, όμως ήταν ευχαριστημένος που έκανε το καθήκον του σαν άνθρωπος και σαν μέλος της κοινωνίας μας αφού έφερε στον κόσμο τρία παιδιά, τα μεγάλωσε, τα αποκατέστησε και αυτά με τη σειρά τους του χάρισαν εννέα εγγόνια.
Είχε δουλέψει κάποιο διάστημα σαν βιομηχανικός εργάτης, άλλο ένα διάστημα 1,5 – 2 ετών είχε πάει στο Βέλγιο για δουλειά, ενώ τον υπόλοιπο καιρό ασχολείτο με τις γεωργικές εργασίες.
Υπήρξε άριστος οικογενειάρχης, εργατικότατος και είχε άποψη και γνώμη για τα κοινά, αλλά και θέληση για την υλοποίηση πολλών έργων που θα μπορούσαν να καλυτερεύσουν τη ζωή του αγρότη αλλά και των συγχωριανών του γενικότερα.
Δεν ήταν λίγες φορές που πρωτοστατούσε για να γίνουν έργα κοινής ωφέλειας για τον τόπο του και πάρα πολλές φορές είχε συνδράμει οικονομικά με γενναιόδωρες προσφορές για διανοίξεις αγροτικών δρόμων και πάντα πρόθυμα συνεισέφερε σε εράνους κάθε είδους κυρίως όταν επρόκειτο για κατασκευή έργων ή για ανακούφιση αναξιοπαθούντων.
Γι αυτό με την είδηση του θανάτου του πάρα πολλοί συγχωριανοί έσπευσαν να τον αποχαιρετήσουν στο ταξίδι του για την τελευταία  του κατοικία.

Μπεληγιάννης Κωνσταντίνος, Μόρφω και Δημήτρης

Μέσα σε οκτώ χρόνια, έφυγαν από κοντά μας τρεις άνθρωποι από την πενταμελή οικογένεια του Κωνσταντίνου Μπεληγιάννη.
-Ο Κωνσταντίνος Μπεληγιάννης, ήταν για πολλά χρόνια
ταχυδρόμος στη Στενή και απεβίωσε στις 11-10-1993.
-Σε δύο χρόνια, στις 8-5-1995, απεβίωσε ο γιος του Δημήτρης, που είχε υπηρετήσει στην Ελληνική Αστυνομία.
Ο Δημήτρης απεβίωσε σε ηλικία
μόλις 52 ετών. Τόσο νέος που ο θάνατός του σκόρπισε οδύνη , απόγνωση και σπαραγμό στους δικούς του.
-Στις 21-10-2001 απεβίωσε και η σύζυγος του Κωνσταντίνου και μητέρα του Δημήτρη, Μόρφω Μπεληγιάννη, ακολουθώντας έτσι το σύζυγό της και το γιο της στους ουρανούς.

Μπεληγιάννης Ιωάννης

Στις 13-3-2007 απεβίωσε ο Γιάννης Μπεληγιάννης. Η κηδεία του έγινε στις 20-3-2007 στην Κοπεγχάγη της Δανίας, όπου ζούσε και εργαζόταν εδώ και πολλά χρόνια.
Ο Γιάννης ήταν γιος του Ταξιάρχη Μπεληγιάννη και της Σοφίας και ήταν ο τέταρτος από τα έξι αδέλφια. Ο Δημήτρης, ο Γιώργος(έχει αποβιώσει), ο Παναγιώτης, ο Γιάννης, ο Ανέστης και η Μαρία(έχει αποβιώσει).
Έφυγε από τη Ελλάδα πριν 55 περίπου χρόνια για τη Γερμανία όπου εργάστηκε για λίγα χρόνια και στη συνέχεια και μέχρι το θάνατο του, μετέβη στη Δανία όπου και εργαζόταν σαν τυπογράφος σε εφημερίδες.
Έχει αποκτήσει τρία παιδιά.
Από την πρώτη του γυναίκα απέκτησε το Στέφανο και από τη δεύτερη την Ελένη και το Μιχάλη.
Η Ελένη είναι παντρεμένη στη Σουηδία και του έχει χαρίσει και δύο εγγονάκια.
Όπως είπαμε και προηγούμενα, ο Γιάννης απεβίωσε στις 13-3-2007. Όμως τρεις μέρες νωρίτερα, στις 10-3-2007 είχε τα γενέθλια του και έτσι είχε μπει στο 67° έτος της ηλικίας του.
Ο Γιάννης Μπεληγιάννης ήταν ένας άνθρωπος, καλός, φιλότιμος, ευχάριστος, ευγενής, αξιοπρεπής, πράος και η ψυχή του ήταν διαποτισμένη από αγάπη για τον συνάνθρωπο. Αυτή του η καλοσύνη τον έκανε να αγαπά όλους τους συνανθρώπους του και εκδηλωνόταν με πράξεις αλληλεγγύης και ανθρωπισμού.
Αγαπούσε τους συμπατριώτες του και τους συγγενείς του και επισκεπτόταν σχεδόν κάθε χρόνο το χωριό του που τόσο αγαπούσε, για να βρεθεί κοντά στους φίλους και γνωστούς, να μιλήσει μαζί τους και να θυμηθεί τα παλιά.
Κακός λόγος δεν είχε βγει από το στόμα του ποτέ και για κανέναν. Αγαπούσε όλο τον κόσμο και όλοι τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν.
Οι καλές του πράξεις, που είχαν σαν αφετηρία την αγάπη προς τους συνανθρώπους του δεν σταμάτησαν ούτε και με το θάνατό του.
Απόδειξη ότι ο Γιάννης ήταν δωρητής οργάνων και όπως είναι φυσικό, με το θάνατο του, πρόσφερε ζωή σε κάποιους άλλους ανθρώπους.


Μπεληγιάννης Δημήτριος

Στις 12 Οκτωβρίου 2012 έφυγε από κοντά μας ο Δημήτριος Μπεληγιάννης του Αποστόλου, ύστερα από ολιγοήμερη ασθένεια
Ο Δημήτρης (Μήτσος) γεννήθηκε το 1930 στη Στενή Ευβοίας.. Ήταν γιος του Απόστολου Σιμιτζή (Λεβέντη) και της Παναγιούς Μπεληγιάννη. Είχε έξη αδέλφια, την Τσάνα, τη Μαρία, τη Βούλα, την Παρασκευή και το Χαράλαμπο (Λαμής).
Σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών υιοθετήθηκε από το θείο του Αποστόλη Μπεληγιάννη (τον πλούσιο ή άκληρο) αδερφό της μητέρας του Στέλλης Μπεληγιάννη-Αγγελή.
Ήταν παντρεμένος με τη Βασιλική, κόρη του Σπύρου Αγγελή και της Παναγιώτας (Πούλα), οι οποίοι επίσης κατάγονταν από τη Στενή.
Με τη σύζυγό του ο Δημήτρης έζησε 58 χρόνια και παρά τις δύσκολες συγκυρίες της ζωής, στηρίζοντας πάντα ο ένας τον άλλον τα κατάφεραν να βγουν νικητές, ζώντας πολύ αγαπημένοι και ευτυχισμένοι.
Απέκτησαν δύο παιδιά, τη Στέλλα και τον Αποστόλη.
Ευτύχισε να δει τα παιδιά του τακτοποιημένα και να χαρεί τέσσερα αξιολάτρευτα εγγόνια, τρία αγόρια από τη Στέλλα και ένα αγόρι από τον Αποστόλη.
Ο Δημήτρης μέχρι το 1968 ζούσε στη Στενή ασκώντας το επάγγελμα του γεωργού μαζί με τη σύζυγό του, υπό σκληρές συνθήκες, καλλιεργώντας τα χωράφια τους και παράλληλα ασχολείτο και με υλοτομικές εργασίες.
Το 1969 μετακόμισε στη Χαλκίδα, διότι προσελήφθη ως υπάλληλος στον ΟΤΕ απ΄ όπου και συνταξιοδοτήθηκε.
Όσοι τον γνώρισαν έχουν ένα καλό λόγο να πουν, γιατί ήταν ένας αξιοπρεπής, εργατικός, κοινωνικός, δίκαιος και ευαίσθητος άνθρωπος και όλοι τον σέβονταν, τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Χαλκίδας που τον σκέπασε.

Μπεληγιάννης Γεώργιος

Ο Μπεληγιάννης Γεώργιος του Ταξιάρχη, απεβίωσε στις 15-6-2001, σε ηλικία 65 ετών. Είχε γεννηθεί το 1936.
Ο Γεώργιος Μπεληγιάννης είναι γιος του Ταξιάρχη Μπεληγιάννη και της Σοφίας, (το γένος Αρβανίτη).
Ήταν ο δεύτερος σε ηλικία από τα έξι παιδιά της οικογένειας.
Ο Δημήτρης, ο Γιώργος, ο Παναγιώτης, ο Γιάννης, ο Ανέστης και η Μαρία.
Από πολύ μικρός μπήκε στη βιοπάλη.
Αφού τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο Στενής, πήγε στη Χαλκίδα, όπου πουλούσε εφημερίδες για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα. Όμως παράλληλα εισήχθη στη Σχολή Ραδιοτηλεγραφητών και στη Σχολή Ναυτοπαίδων.
Εργάστηκε σαν ασυρματιστής στο Εμπορικό Ναυτικό και τα τελευταία 15 χρόνια πριν τη σύνταξή του εργαζόταν σε κρουαζιερόπλοια.
Το 1969 παντρεύτηκε τη σύζυγό του Σοφία και απέκτησα μαζί της δύο παιδιά, τη Μαρία και τον Ταξιάρχη.
Η Μαρία είναι παντρεμένη και του έχει χαρίσει δύο εγγονάκια, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι.. Το κοριτσάκι ήρθε στον κόσμο, δύο μέρες πριν ο Γιώργος μας αποχαιρετίσει για πάντα.
Ήταν ένας άνθρωπος εργατικός, σοβαρός, φιλότιμος, ευγενής, ανοιχτοχέρης, έντιμος και αυθόρμητος και συμπαραστεκόταν στα αδέλφια του σε χαρές και σε λύπες.
Ήταν επίσης ανήσυχος και πολυπράγμων. Με ότι ασχολιόταν τάβγαζε πέρα, είτε αυτό αφορούσε το σπίτι, το αυτοκίνητο και κάθε είδους κατασκευή. «Ήταν ο καλύτερός μας» λένε τα αδέλφια του κι αυτό τα λέει όλα.
Όμως ο αιφνίδιος και απρόσμενος θάνατός του ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία, σαν ένας δυνατός άνεμος μέσα στην ηρεμία μιας ηλιόλουστης μέρας, σαν μια πέτρα που ταράζει τα γαλήνια νερά μιας λίμνης.
Ήρθε και ξάφνιασε, πόνεσε και πλήγωσε τα αδέλφια του, τη μάνα του, τους συγγενείς, δημιουργώντας ένα κενό σ΄αυτή την τόσο δεμένη συγγενική αλυσίδα της οικογένειας.

Μπεληγιάννη-Λιμήτσιου Χαραλαμπία

Η Χαραλαμπία (Μάκη) Μπεληγιάννη-Λιμήτσιου, απεβίωσε στις 9-5-1994 και η κηδεία της έγινε στον Ιερό Ναό της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου» στην Άνω Στενή, στις 10-5-1994.
Η Μάκη έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 61 ετών (είχε γεννηθεί το 1933).
Ήταν ένας άνθρωπος που διακρινόταν για την ευγένειά της, την εργατικότητά της και την υπομονή της.
Ήταν κόρη του Γεωργίου Μπεληγιάννη (Μαραγκός) και της Κωνσταντινιάς Ντούρμα.
Είχε άλλα δύο αδέλφια. Τη Βενετσιάνα (Τσάνα) και το Δημήτρη.
Έζησε αρμονικά με το σύζυγο της και μεγάλωσε με επιμέλεια και φροντίδα τα παιδιά της και έτσι ήσυχα και υπομονετικά, έζησε τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής της, που την ταλαιπώρησε το πρόβλημα υγείας που της είχε δημιουργηθεί.
Η Μάκη ήταν παντρεμένη με το Βαγγέλη Λιμήτσιο (Σιδηροδρομικός) και είχαν αποκτήσει δύο παιδιά. Το Γιώργο, που είναι γιατρός (Οφθαλμίατρος) και τον Κώστα που είναι μηχανικός Πληροφορικής Ηλεκτρονικών Υπολογιστών.

TO ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΡΦΕΩΝ 2