Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

Ο Έρωτας στα χιόνια



Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1896
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

Καρδιά του χειμώνα. Χριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
Kαι αυτός σηκωνόταν το πρωί, έριχνε στους ώμους την παλιά πατατούκα του, το μόνο ρούχο που σωζόταν ακόμη από τα χρόνια της ευτυχίας και κατέβαινε στην παραθαλάσσια αγορά μουρμουρίζοντας, ενώ κατέβαινε από το παλιό μισογκρεμισμένο σπίτι, με τρόπο ώστε να τον ακούει η γειτόνισσα:
― Σεβντάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς..., έρωντας είναι, δεν είναι γέροντας.
Το έλεγε τόσο συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες που τον άκουγαν, του το κόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι:
«O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας».
Γιατί δεν ήταν πλέον νέος, ούτε όμορφος, ούτε άσπρα είχε.
Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, στη θάλασσα, στη Μασσαλία.
Είχε αρχίσει τη σταδιοδρομία του με αυτήν την πατατούκα, όταν πρωτομπαρκάρησε ναύτης στη βομβάρδα του ξαδέλφου του.
Είχε αποκτήσει από τα μερτικά του, όσα λάμβανε από τα ταξίδια, μετοχή επί του πλοίου, έπειτα είχε αποκτήσει πλοίο δικό του και είχε κάμει καλά ταξίδια.
Είχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ρολόγια, είχε αποκτήσει χρήματα, αλλά τα έφαγε όλα εγκαίρως, με τις Φρύνες στη Μασσαλία και άλλο δεν του έμεινε παρά η παλιά πατατούκα, την οποία φορούσε πεταχτή στους ώμους, ενώ κατέβαινε το πρωί στην παραλία, για να μπαρκάρει σύντροφος με καμιά βρατσέρα με μικρό ναύλο ή για να πάει με ξένη βάρκα να βγάλει κανένα χταπόδι μέσα στο λιμάνι.
Κανένα δεν είχε στον κόσμο, ήταν έρημος.
***
Είχε παντρευτεί και είχε χηρέψει, είχε αποκτήσει τέκνο και είχε ατεκνωθεί. Και αργά το βράδυ, τη νύχτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινε λίγα ποτήρια για να ξεχάσει ή για να ζεσταθεί, ξαναγύριζε στο παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένο, εκχύνοντας σε τραγούδια τον πόνο του:
«Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κι εμένα γείτονα με τη γειτόνισσά σου.»
Άλλοτε παραπονούμενος εύθυμα:
«Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κι εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα».
Χειμώνας βαρύς, επί ημέρες ο ουρανός κλειστός.
Πάνω στα βουνά χιόνια, κάτω στον κάμπο χιονόνερο.
Το πρωί θύμιζε το δημώδες:
«Βρέχει, βρέχει και χιονίζει,
κι ο παπάς χειρομυλίζει.»
Δεν εχειρομύλιζε ο παπάς, εχειρομύλιζε η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του τραγουδιού του μπαρμπα-Γιαννιού. Γιατί τέτοιο πράγμα ήταν, μυλωνού εργαζόμενη με το χέρι, γυρίζοντας το χειρόμυλο.
Σημειώστε ότι, τον καιρό εκείνο, το αρχοντολόι του τόπου το είχε σε κακό να φάει ψωμί ζυμωμένο με αλεύρι από νερόμυλο ή ανεμόμυλο και προτιμούσε το αλεσμένο με χειρόμυλο.
Και είχε πελατεία μεγάλη η Πολυλογού.
Γυάλιζε, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι στα μάγουλά της. 
Είχε έναν άνδρα, τέσσερα παιδιά και ένα γαϊδουράκι μικρό για να κουβαλάει τα αλέσματα.
Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της.
Μόνο τον μπαρμπα-Γιαννιό δεν αγαπούσε.
***
Ποιος να τον αγαπήσει αυτόν; Ήταν έρημος στον κόσμο.
Και είχε πέσει στον έρωτα με τη γειτόνισσα την Πολυλογού, για να ξεχάσει το καράβι του, τις Λαΐδες της Μασσαλίας, τη θάλασσα και τα κύματά της, τα βάσανά του, τις ασωτίες του, τη γυναίκα του, το παιδί του.
Kαι είχε πέσει στο κρασί, για να ξεχάσει τη γειτόνισσα.
Συχνά όταν γυρνούσε το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα και η σκιά του, μακριά, ψηλή, λιγνή, με την πατατούκα να φεύγει και να γλιστράει από τους ώμους του, περπατούσε στο μακριό, στενό δρομάκι και οι νιφάδες, σαν μύγες λευκές, τουλούπες από βαμβάκι, στροβιλίζονταν στον αέρα και έπεφταν στη γη και έβλεπε το βουνό να ασπρίζει στο σκοτάδι, έβλεπε το παράθυρο της γειτόνισσας κλειστό, βουβό και το φεγγίτη να λάμπει θαμπά, θολά και άκουγε το χειρόμυλο να τρίζει ακόμη και ο χειρόμυλος έπαυε και άκουγε τη γλώσσα της να αλέθει και θυμόταν τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δε γύριζε μάτι να τον δει, καπνιζόταν, όπως το μελίσσι, φλομωνόταν, όπως το χταπόδι και παραδίδεται σε σκέψεις φιλοσοφικές και σε ποιητικές εικόνες.
― Να είχε ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές...
Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια...
Ένας γέρο-Φερετζέλης, πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
Φανταζόταν τον έρωτα σαν ένα είδος γέρο-Φερετζέλη, ο οποίος να διημερεύει πέρα, στον ψηλό, πευκόισκιο λόφο και να ασχολείται στο να στήνει βρόχια πάνω στα χιόνια, για να συλλάβει τις αθώες καρδιές, από τα μισοπαγωμένα κοτσύφια, τα οποία ψάχνουν μάταια, για να ανακαλύψουν και την τελευταία χαμάδα που έμεινε στον ελαιώνα. 
Εξαφανίσθηκαν οι μικροί μακρουλοί καρποί από τις αγριελιές στο βουνό του Bαραντά, εξαφανίστηκαν τα μύρτα από τις ευώδεις μυρσίνες στης Mαμούς το ρέμα και τώρα τα κοτσυφάκια τα λάλα με το μαυριδερό φτέρωμα, οι κηρομύτες
οι γλυκείς και οι τσίχλες οι εύθυμες, πέφτουν θύματα της θηλιάς του γέρο-Φερετζέλη.
***
Την άλλη βραδιά ξαναγύριζε, όχι πολύ μεθυσμένος, έριχνε βλέμμα στα παράθυρα της πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, και μουρμούριζε:
― Ένας Θεός θα μας κρίνει... κι ένας θάνατος θα μας ξεχωρίσει.
Kαι έπειτα με στεναγμό προσέθετε:
― Kι ένα κοιμητήρι θα μας σμίξει.
Αλλά δεν μπορούσε, πριν πάει να κοιμηθεί, να μην ψιθυρίσει το συνηθισμένο τραγούδι του:
«Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.»
Την άλλη βραδιά, το χιόνι είχε στρωθεί σαν σεντόνι, σε όλο το μακρύ, στενό δρομάκι.
― Άσπρο σεντόνι... να μας ασπρίσει όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
Φανταζόταν αμυδρά μία εικόνα, μία οπτασία, ένα ξυπνητό όνειρο.
Σαν-λέει- το χιόνι να ισοπεδώσει και να ασπρίσει όλα τα πράγματα, όλες τις αμαρτίες, όλα τα περασμένα:
Το καράβι, τη θάλασσα, τα ψηλά καπέλα, τα ρολόγια, τις αλυσίδες τις χρυσές και τις αλυσίδες τις σιδερένιες, τις πόρνες της Μασσαλίας, την ασωτία, τη δυστυχία, τα ναυάγια, να τα σκεπάσει, να τα εξαγνίσει, να τα σαβανώσει, για να μην παρασταθούν όλα γυμνά και ακάλυπτα, στα μάτια του Kριτού, του Τρισάγιου.
Nα ασπρίσει και να σαβανώσει το δρομάκι το μακρό και το στενό με την κατεβασιά του και με τη δυσωδία του και το σπιτάκι το παλαιό και καταρρέοντα και την πατατούκα τη λερή και κουρελιασμένη.
Nα σαβανώσει και να σκεπάσει τη γειτόνισσα την πολυλογού και ψεύτρα και το χειρόμυλό της και τη φιλοφροσύνη της, την ψευτοπολιτική της, τη φλυαρία της και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της και το χαμόγελό της και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της.
Όλα, όλα να τα καλύψει, να τα ασπρίσει, να τα αγνίσει!
Την άλλη βραδιά, την τελευταία, νύκτα, μεσάνυκτα, επέστρεψε μεθυσμένος περισσότερο παρά ποτέ.
Δεν έστεκε πλέον στα πόδια του, δεν κινούταν, ούτε ανέπνεε πλέον.
Χειμώνας βαρύς, σπίτι ετοιμόρροπο, καρδιά ρημαγμένη. Μοναξιά, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Υγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένο, φθαρμένο, σωθικά λιωμένα. Δε μπορούσε πλέον να ζήσει, να αισθανθεί, να χαρεί. Δε μπορούσε να βρει παρηγοριά, να ζεσταθεί.
Ήπιε για να σταθεί, ήπιε για να πατήσει, ήπιε για να γλιστρήσει.
Δεν πατούσε πλέον με ασφάλεια στο έδαφος.
Βρήκε το δρόμο, τον αναγνώρισε. Πιάστηκε απ’ το αγκωνάρι. Κλονίσθηκε. Ακούμπησε τις πλάτες, στύλωσε τα πόδια.
Μουρμούρισε:
― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια...
***
Δεν μπορούσε πλέον να σχηματίσει λογική πρόταση.
Συνέχεε λέξεις και έννοιες.
Πάλι κλονίσθηκε. Πιάστηκε από τον παραστάτη μιας πόρτας.
Κατά λάθος άγγιξε το πόμολο. Το πόμολο ήχησε δυνατά.
― Ποιος είναι;
Ήταν η πόρτα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας.
Εύλογα θα μπορούσε κανείς να του αποδώσει πρόθεση, ότι επιχείρησε να ανεβεί, καλώς ή κακώς, στο σπίτι της. Γιατί όχι;
Επάνω κινούνταν φώτα και άνθρωποι. Ίσως γίνονταν ετοιμασίες. Χριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμονές.
Καρδιά του χειμώνα.
― Ποιος είναι; είπε πάλι η φωνή.
Το παράθυρο έτριξε. O μπαρμπα-Γιαννιός ήταν ακριβώς κάτω από τον εξώστη, αόρατος από πάνω. Δεν είναι τίποτε. 
Το παράθυρο κλείσθηκε σπασμωδικά. 
Μία στιγμή ας αργοπορούσε!
O μπαρμπα-Γιαννιός, στηριζόταν όρθιος στον παραστάτη. Δοκίμασε να πει το τραγούδι του, αλλά στο πνεύμα του το υποβρύχιο, του έρχονταν ως ναυάγια οι λέξεις:
«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
Μόλις άρθρωσε τις λέξεις, που σχεδόν δεν ακούστηκαν.
Χάθηκαν στο βόμβο του ανέμου και στο στρόβιλο του χιονιού.
― Και εγώ σοκάκι είμαι, μουρμούρισε... ζωντανό σοκάκι.
Ξεπιάστηκε από τη λαβή του. Κλονίσθηκε, γκρεμίστηκε, έκλινε και έπεσε. Ξαπλώθηκε πάνω στο χιόνι και κατέλαβε με το μακρύ του ανάστημα όλο το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
Μια φορά δοκίμασε να σηκωθεί και έπειτα ναρκώθηκε.
Εύρισκε φρικώδη ζέστη στο χιόνι.
«Είχαν οι φωτιές έρωτα!... Είχαν οι θηλιές χιόνια!»
Και το παράθυρο πριν μια στιγμή είχε κλεισθεί. 
Και αν μία μόνο στιγμή αργοπορούσε ο σύζυγος της Πολυλογούς, θα έβλεπε τον άνθρωπο να πέφτει στο χιόνι.
Αλλά δεν τον είδε ούτε αυτός, ούτε κανείς άλλος. 
Κι επάνω στο χιόνι έπεσε χιόνι. Και το χιόνι στοιβάχθηκε, σωρεύθηκε δύο πιθαμές, κορυφώθηκε.
Και το χιόνι έγινε σεντόνι, σάβανο.
Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισε όλος και κοιμήθηκε κάτω από  το χιόνι, για να μη παρασταθεί γυμνός και ακάλυπτος, αυτός και η ζωή του και οι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Τρισάγιου.
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021

Ο Διδάχος



Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1906
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

Ανάμεσα στα τόσα νεοπλάσματα των ποικιλώνυμων συλλόγων, κοντά στις διάφορες Αναστάσεις, Αναμορφώσεις, Αναγεννήσεις, Αναζυμώσεις και Αναπλάσεις, που επαγγέλλονται τη διόρθωση, επειδή μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, σε όλο το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας καθώς και το του πατριωτισμού, δοκίμασε και ο περί ου ο λόγος, ο Θεόδωρος Χρυσοβουλλίδης, να συστήσει και αυτός ένα σύλλογο.
Είναι αλήθεια, ότι χρημάτισε κατά καιρούς, μέλος σε όλους τους πάρα πάνω συλλόγους και σε πολλούς άλλους ακόμη, αλλά δεν ευδοκίμησε.
Η μπογιά του δεν περνούσε, καθώς είπε ένας αδιάκριτος φίλος του.
Τότε δοκίμασε να συστήσει, όπως είπαμε, σύλλογο δικό του.
Τον βάπτισε «η Αναβίωσις».
Αλλά δεν επρόκοψε.
Μόλις δέκα ή δώδεκα συγκατένευσαν, μετά από πολλές προσπάθειες του Χρυσοβουλλίδη, να εγγραφούν μέλη.
Λίγοι προκατέβαλαν μερικά μονόδραχμα, άλλοι υπεγράφησαν για να πληρώσουν, αλλά δεν πλήρωσαν.
Τέλος, φαγώθηκε ένα γκιουβέτσι, εψάλησαν μερικά άσματα  θρησκευτικά και πατριωτικά και ο σύλλογος διαλύθηκε.
Μετά λίγο καιρό, πάλι νέα απόπειρα έκαμε ο Θεόδωρος, για να συστήσει ένα σύλλογο, «η Ανακαίνισις». 
Πέντε ή έξι ενεγράφησαν.
Κανείς δεν έδωκε λεπτό. Ούτε γκιουβέτσι, ούτε άσματα.
Ο δεύτερος σύλλογος αποδείχθηκε νεκροτόκιο.
Τρίτος σύλλογος, «η Αναψύχωσις», σχεδιάστηκε από τον Χρυσοβουλλίδη μετά από καιρό ύστερα, όταν άρχισαν τα πράγματα να γίνονται απειλητικότερα στη Μακεδονία. 
Αυτή τη φορά συγκεντρώθηκαν κάποιες δεκάδες δραχμών. Μετά το πρώτο και δεύτερο γκιουβέτσι, τα πράγματα άρχισαν πάλι να κρυώνουν.
Ο σύλλογος ναυάγησε και απεδείχθη θνησιγενής, όπως οι προηγούμενοι.
***
Παρόλα αυτά, ο Θεόδωρος δεν απογοητευόταν κι
εξακολουθούσε να περιφέρεται σε εκκλησίες και σε διάφορες συγκεντρώσεις, να βγάζει λόγους και να κηρύττει.
Ο αδιάκριτος φίλος του, είπε μία των ημερών.
Μα τι τσαμπουνάτε, σεις μερικοί; Το βήμα της εκκλησίας δεν είναι όπως το βήμα το δικανικό, το βήμα το πολιτικό, όπου υπάρχουν ρήτορες και αντιρήτορες, όπου διακόπτουν ελεύθερα αυτόν που αγορεύει, όπου δευτερολογούν και τριτολογούν και συζητούν.
Το εκκλησιαστικό βήμα, ο άμβων, είναι αυστηρό, αποκλειστικό, αυθεντικό.
Ένας μόνο ομιλεί.
Υποτίθεται ότι λέγει, όχι δεδομένα, αλλά συμπεράσματα, παραδεδεγμένα, αναμφισβήτητα δόγματα. Δεν επιτρέπονται εκεί οι αυτοσχέδιες ανοησίες. 
Για τούτο ο ένας εκείνος πρέπει να είναι χρισμένος από την εκκλησία. Οφείλει να είναι το στόμα της εκκλησίας, επειδή συζήτηση δεν επιτρέπεται, ούτε δευτερολογία, ούτε διακοπή.
Άρα πρέπει να είναι κληρικός.
Γιατί δεν γίνεσθε παπάδες επιτέλους, αν είσθε άξιοι.
«Εν τω ναώ δουλεύσετε, εν τω ναώ τραφήσεσθε.»
Όχι να κάμετε πορισμό την ευσέβεια, άνθρωποι λαϊκοί, κοσμικοί, με στριμμένα μουστάκια και με ορθά κολάρα.
Τι καινοτομίες, τι ξενισμοί, τι φλυαρίες είναι αυτά;
Προτεστάντες είμαστε εμείς εδώ;
Ύστερα από την ελευθεροστομία αυτή, εξαφανίστηκε επί μήνες ο Θεόδωρος και δεν τον έβλεπε πλέον ο αδιάκριτος φίλος.
Άκουσε αόριστες φήμες, ότι ο διδάχος, παρ’ όλη την ηλικία και το Πενιχρό εξωτερικό του, στο κρυπτό, ζητούσε να βρει νύφη κοκκώνα και ότι κατέβαλε πολλές προσπάθειες προς τούτο.
Έλεγαν, ότι δύο ή περισσότερες φορές είχε γελαστεί έως τώρα και ότι είχε πάει μάλιστα σε μία πόλη της Πελοποννήσου, για να βρει το ποθούμενο. Πρόσθεταν μάλιστα, ότι μία παρέα, που αγαπούσε μέχρι βάναυσης φορτικότητας να παίζει φάρσες, είχε εκμεταλλευθεί τη μικροπιστία του και είχε γελάσει εις βάρος του ατυχούς ανθρώπου πολύ απρεπώς.
Τέλος ένα απόγευμα, περί τη δύση του ήλιου, ο αδιάκριτος φίλος είδε από μακριά το Χρυσοβουλλίδη σε ένα πεζοδρόμιο της οδού Ερμού, λίγο παραπάνω από την Καπνικαρέα, να τρέχει κατερχόμενος προς τα κάτω.
Ο αδιάκριτος φίλος, ανέβαινε από το αντικρινό πεζοδρόμιο.
Ο Χρυσοβουλλίδης είδε το φίλο του, αλλά έστρεψε βιαστικά το πρόσωπο προς τον τοίχο και προσποιούταν ότι δεν τον είδε.
Έβγαλε με το αριστερό χέρι από την τσέπη του το μαντήλι και κάλυπτε το μουστάκι του, σαν να σκουπιζόταν.
Τούτο έκαμε το φίλο του να κοιτάξει καλύτερα και τότε είδε καθαρά, ότι ο Θεόδωρος είχε βάψει το λευκό μουστάκι με κόκκινο χρώμα.
Ε! Θόδωρε! έκραξε γελώντας ο φίλος, να δούμε, αν θα περάσει τώρα η μπογιά σου. 
Και έπειτα ξανάπε. 
Τώρα είναι καιρός να συστήσεις πάλι κανένα σύλλογο… και να τον ονομάσεις «Ανάβαψις».
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ο Γείτονας με το λαγούτο



Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1900
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

Ο νέος νοικάρης, που είχε νοικιάσει την κάμαρα τη μεσιανή, ήταν κοντός, κυρτός, μεσόκοπος και είχε ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ.
Έσκυβε για να ξεκλειδώσει την πόρτα του, κρατώντας κάτω από τη μασχάλη το λαγούτο, το οποίο ακουμπούσε στο έδαφος.
Ποτέ δεν ερχόταν ορισμένη ώρα στο δωμάτιό του. 
Πότε πολύ νωρίς, πότε πολύ αργά, άλλοτε έλειπε όλη τη νύκτα και κοιμόταν την ημέρα. Πότε ήταν νηστικός, πότε φαινόταν να είναι «αποκαής».
Δεν είναι βέβαιο αν έπινε χασίς, φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί.
Ήταν Τουρκομερίτης. Ονομαζόταν Βαγγέλης.
Τα άλλα οικήματα, έξι-επτά δωμάτια, χαμόγεια, σε γραμμή, όλα παμπάλαια, τρώγλες, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους τοίχους, κατέχονταν από διάφορους.
Υπήρχαν δύο ή τρεις μπεκιάρηδες, μία οικογένεια με πέντε ή έξι παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, ξενοδουλεύοντας, ζώντας κατά τα φαινόμενα ολομόναχη και το μέσα δωμάτιο στο βάθος της αυλής, το κατείχε η σπιτονοικοκυρά η κυρά-Γιάνναινα, χήρα, με την κόρη της τη Δημητρούλα.
Η μάνδρα με τα πενιχρά οικήματα βρισκόταν σε κάποια πάροδο, ανάμεσα στου Ψυρρή και στου Τάτση.
Όταν παρουσιάστηκε στη σπιτονοικοκυρά ο Βαγγέλης για να νοικιάσει το δωμάτιο, παρουσιάστηκε ως μπεκιάρης και ότι επρόκειτο να ζει μοναχός του. 
Ύστερα από λίγες μέρες της λέγει έξαφνα, ότι έχει μία γυναίκα και σκέπτεται να τη φέρει εδώ.
Η κυρά-Γιάνναινα αμέσως υποπτεύτηκε, ότι θα είχε καμιά «λεγάμενη».
— Αυτά δεν τ’ ακούω εγώ, του λέγει. Εσύ μου είπες πως είσαι εργένης, για εργένη σ’ έβαλα. Αν εννοείς να μου φέρεις εδώ καμιά παστρικιά, πολύ σε παρακαλώ να μου αδειάσεις την κάμαρα … σαν τελειώσει ο μήνας που έχεις πληρώσει.
Τη νύκτα, όταν ερχόταν κάποτε νωρίς, πριν τα μεσάνυκτα, συνήθως δεν είχε ύπνο. Άναβε το φως, περπατούσε, ξαπλωνόταν στο κρεβάτι και λιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα:
-.-
"Βασίλω μ’, κάτσε φρόνιμα,
σαν τ’ άλλα τα κορίτσια…"
-.-
"Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι,
σου δίνω το βοτάνι…"
-.-
Έπειτα μονολογούσε επί ώρα πολλή, λίγες δε αποσπασμένες φράσεις κατορθώνουν να ακούνε οι γείτονες.
Μωρέ κόσμος, ντουνιάς! … μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος … Μην έχεις, λέει, καμιά λεγάμενη; … Σ’ ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε σεις, και τι κάνετε σεις; … Ο κόσμος είναι τροχός, ρόδα που γυρίζει, κυρά μου … μπου ντουνιά τσαρκ φελέκ! …
Έννοια σου, εγώ μωρή δε σ’ αφήνω, δε σ’ απαρατάω, εσκί ντοστ ντουσμάν ολμάζ! … Παλιός φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου κι η τιμή, τιμή δεν έχει … Είναι τιμημένες λέει, τιμημένες, κυρά μου …
Κι έχει τιμολόγιο μαθές η τιμή; Μια γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια λίρα, ως πόσα έχει;
Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα εικοσιπεντάρικο, ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει; … Να σου πω εγώ πόσα έχει … Εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η αρχόντισσα της Πόλης, η πιο μεγάλη χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια η Σουλτάνα … 
Αυτό είναι το τιμολόγιο! …
Για λίγα λεπτά έπαυε ν’ ακούεται η φωνή του. 
Έπειτα και πάλι άρχιζε να μονολογεί:
— Έχουν αξία όλα τ’ άλλα πράγματα κυρά μου, σε έναν κόσμο που μόνο οι παράδες έχουν τιμή; … 
Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις χτύπημα στον τοίχο αυτόν το ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτό το μουχλιασμένο, το βρώμικο.
Πότε θα βάλεις γνώση;
Έπρεπε να ζει διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να μπορέσει να καταλάβει καλά τον κόσμο… 
Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και καμαρώνω … 
Καλά το λεν οι Αγάδες εκεί πέρα, - μωρέ, πού είστε, τ’ άγια χώματα; -  … Του Ρωμιού η γνώση ύστερα έρχεται … Γιουννανίν ακίλ σοραντάν γκελίορ!…
***
Ένα πρωί η κυρά-Γιάνναινα, καθώς βγήκε πολύ νωρίς, είδε να ξεμυτίζει απ’ την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με κάτι κορδέλες και φιόγκους στα μαλλιά, να ανεμίζει ένα φουστανάκι και να γλιστράει στο χαλικόστρωτο έδαφος της αυλής και να φεύγει σαν αστραπή.
Της φάνηκε να ήταν μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμη, σχεδόν γριούλα.
Τότε έκαμε αυστηρές παρατηρήσεις στο Βαγγέλη.
Αυτής δεν της χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθεί στη γειτονιά το σπίτι της. Και θα της κάμει τη χάρη να της αδειάσει τη γωνιά.
Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, που κατείχε το δεύτερο δωμάτιο καθώς έμπαινες από την αυλόπορτα, ήταν θαρρετή κι ελεύθερη γυναίκα. Είχε αρχίσει να χωρατεύει λίγο με το Βαγγέλη, άκακα να τον πειράζει.
Ένα πρωί, καθώς έβγαινε εκείνος με το λαγούτο από την κάμαρη, του άρπαξε με θάρρος το λαγούτο, το ακούμπησε στο βραχίονά της και δοκίμαζε με το πλήκτρο να βγάλει φωνές.
— Ε! καημένε, κυρ Βαγγέλη! … δεν είσαι και συ κανένας μερακλής, … δεν σ’ ακούσαμε καμιά βραδιά να μας παίξεις κι εδώ τίποτα …
Είναι καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλύτερα παίζουν μονάχοι τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι παράδες.
— Ησύχασε κυρά μου κι ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει ποτέ! …
Εδώ η κυρά-Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα λαλούμενα.
Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγια επί του στέρνου της κι έκαμνε τάχα πως το παίζει.
— Άφησέ το, κυρά μου, μην το καταπιάνεσαι! … Δεν είναι για τα χεράκια σου…
Όταν ο Βαγγέλης, τη νύκτα της ίδιας μέρας, βρέθηκε ότι είχε πιει πολύ ρακί και κρασί, τότε θυμήθηκε την πρωινή μικρή σκηνή με την Κατερνιώ τη ζωντοχήρα και φαίνεται, ότι έδωκε την ερμηνεία την οποία ήθελε να δώσει, σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης.
Επανήλθε για να κοιμηθεί στις μία μετά τα μεσάνυκτα.
Καθώς μπήκε από την αυλόπορτα, στάθηκε κοντά στη δεύτερη πόρτα και κατ’ αρχάς γρατσούνισε δύο ή τρεις φθόγγους με το πλήκτρο στο λαγούτο του, έπειτα με τα νύχια άρχισε να γρατσουνίζει και τη σανίδα της πόρτας.
—Άνοιξε, Μαριώ μ’, την πόρτα! … Έ ! Κατερνιώ μ’! άνοιξε.
Η Κατερνιώ ή κοιμόταν ή ξυπνητή ήταν, δεν έδωκε απάντηση.
Ο Βαγγέλης άρχισε να μονολογεί έξω από την πόρτα:
— Ξένοι στα ξένα, κυρά μ’! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να ξενυχτίσω;» … Αχ! Είναι κακός ο κόσμος κυρά μ’! δεν μπορεί να πει κανείς τον πόνο του! … Σεβντάς, άχτι, καημός, μαράζι, ντέρτι, μεράκι, βάσανο, κυρά ’μ! … 
«Σ’ αφήνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά κοιμήσου! Και στ’ όνειρό σου! …»
Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Ο Βαγγέλης έφυγε, άνοιξε την πόρτα του, δύο πόρτες παραπέρα κι έμεινε άγρυπνος, μονολογώντας, μουρμουρίζοντας και σιγοτραγουδώντας, ως το πρωί.
Έπειτα κοιμήθηκε έως το μεσημέρι. 
Όταν ξύπνησε, άκουσε την Κατερνιώ απ’ έξω να διακωδωνίζει προς τις άλλες γειτόνισσες το συμβάν της νύκτας, σαν κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλία.
Και πάλι, αν ήταν βέβαιη ότι κανείς άλλος δεν είχε ακούσει, είναι αμφίβολο αν θα έλεγε τίποτε.
Αλλά η υπόληψή της, βλέπετε και το «ο κόσμος είναι κακός», την έκαμναν να θορυβεί.
Ο Βαγγέλης από το δωμάτιό του, άκουε τη φωνή της Κατερνιώς, η οποία διαμαρτυρόταν λέγοντας:
—  Και ποια είμ’ εγώ! … Θάρρεψε πως ήμουν καμιά σαν τα μούτρα του, ο χαμένος! … Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και κούφιο και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ.
Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλο πονοκέφαλο, συνάμα δε και φόβο και ντροπή, δε βγήκε ως το βράδυ.
Σαν νύκτωνε και δεν άκουε πλέον φωνές, ούτε πατήματα έξω από την πόρτα του, αποτόλμησε να βγει.
Η κυρά-Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παραμόνευε, τον σταματά και του λέγει:
— Αύριο, το δίχως άλλο, να βρεις κάμερα, να κουβαλιστείς!
Ας μην ετελείωσε κι ο μήνας!... καλύτερα έχω να σου δώσω πίσω τα λεπτά, όσα κάνει για τις μέρες του μηνός που μένουνε.
Δεν θέλω εγώ ιστορίες μες στο σπίτι μου, ακούς; …
—Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά! …
Δεν πρόφθασε να τελειώσει το λόγο και, πατ κιούτ! του έρχονται δύο κατακεφαλιές από πίσω. 
Η Κατερνιώ, με ελαφρό βήμα, είχε πλησιάσει από πίσω κι εννοούσε να εκδικηθεί για την προσβολή.
—Φχαριστώ, κερά μου … μη χειρότερα!
Ο Βαγγέλης φυλάχθηκε, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργισμένη γυναίκα δεν πρόλαβε να του καταφέρει άλλη.
— Θέλησα να σου κάμω μια πατινάδα, κυρά μου, μονάχη σου το ζήτησες … είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν οι μερακλήδες. Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι.
Άγνωστο πως είχε τόση ετοιμότητα. 
Ίσως να είχε προμελετήσει την απάντηση αυτή, κατά τις ώρες της μοναξιάς.
***
Τη νύκτα δεν ήρθε ο Βαγγέλης και όλη την επομένη μέρα, είτε έψαχνε είτε όχι για να βρει δωμάτιο, δε φάνηκε. 
Το απόγευμα, αφού νύκτωνε, παρουσιάζεται έξαφνα μία γυναίκα, άγνωστη στους ένοικους του σπιτιού, βρίσκει τη σπιτονοικοκυρά και την κόρη της έξω στην αυλή και λέγει «καλησπέρα».
Έπειτα ρωτάει:
—Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης;
Η κυρά-Γιάνναινα αργά-αργά απάντησε:
—Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγει, θα κουβαλισθεί.
—Απόψε θα έρθει;
—Δεν ξέρω.
—Γιατί; Πώς γίνεται, να μην έρθει να κοιμηθεί;
—Δεν ξέρω, χριστιανή μου, δεν έχω την έννοια του.
—Δεν είσαι του λόου σου, η σπιτονοικοκυρά; 
Και πώς γίνεται να μην ξέρεις; Τρέχει, μαθές, τίποτε;
— Κάτι πολλά ρωτάς κυρά, μας σκότισες, είπε παίρνοντας το λόγο η Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας.
—Σώπα συ, την επέπληξε η μάννα της.
—Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που νά ’ρθει, είπε η ξένη.
Οι γυναίκες δεν απάντησαν.
—Εγώ είμ’ εξαδέλφη του, πρόσθεσε η γυναίκα.
—Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, μουρμούρισε η Δημητρούλα.
—Τι είπες, κυρά;
—Τίποτε.
—Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθίσω εδωδά να τον περιμένω;
Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους.
—Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ;
Η Γιάνναινα με χειρονομία της έδειξε την πόρτα του δωματίου του οργανοπαίκτη. 
Η ξένη προχώρησε και κάθισε εκεί, στο κατώφλι.
— Μαμά, πες της να πάει από εκεί πού ’ρθε, είπε η Δημητρούλα στη μητέρα της, εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο και θα μας κουβαλά εδώ τις ξαδέρφες του! …
Η γριά ήταν συλλογισμένη.
— Μα δεν τελείωσε ο μήνας για να κλείσει το νοίκι .. 
Τι να κάμω, ξέρω κι εγώ; … Θέλεις να τρέχουμε στις αστυνομίες; … Όποιος έχει κάμαρες και νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει … έχει να κάμει με λογιών-λογιών ανθρώπους, κορίτσι μου.
Η γυναίκα που είχε έλθει, κρατούσε μικρό μπόγο, τον οποίο δεν είχε δει πριν η Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη τον είχε αποθέσει, κατά σύμπτωση ίσως και χωρίς να ξέρει, ακριβώς κοντά στην κλειστή πόρτα του Βαγγέλη. Έπειτα, όταν κάθισε στο κατώφλι, τράβηξε το μπόγο αυτόν πλησιέστερα προς το μέρος της.
Η Δημητρούλα είδε το κίνημα και ψιθύρισε στη μητέρα της.
Τότε η Γιάνναινα:
— Άκουσε να σου πω κυρά, φώναξε, βλέπω κι έχεις ρούχα, μην είσαι για ξενύχτι απόψε εδώ; … Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς! … Αλλού να κοπιάσεις! … Τον εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο αύριο …
Η γυναίκα μετά κάποια σιωπή απάντησε:
— Δεν ξέρω κι εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψ’ εδώ ή όχι! …
Ο ίδιος θα μου πει… Εγώ τα ’χω αλλού τα ρούχα μου … Αυτά που βλέπεις δεν είναι ρούχα … Να τον ιδώ μόνο και μπορεί να με οδηγήσει αλλού να φύγω …
— Δεν είναι ρούχα, αμμή, τι είναι; φώναξε  η Δημητρούλα.
Η ξένη δεν απάντησε σε τούτο, μόνο ξανάπε:
— Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω κυρά, εγώ δεν είμαι κακή γυναίκα. Λυπούμαι αν δεν τά ’χετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ;
Πράγματι, εκείνο το οποίο φαινόταν ως μπόγος, ήταν τέσσερις ή πέντε όρνιθες και πετεινοί, δεμένοι από τα πόδια και τυλιγμένοι σε μεγάλο πλατύ και φθαρμένο ύφασμα.
Τη στιγμή εκείνη ακούσθηκε ο κλωγμός των ορνίθων.
—Μαμά, κότες έχει! είπε η Δημητρούλα.
—Α! ήρθες βλέπω, με τις κότες σου, κυρά.
Την ίδια στιγμή φάνηκε στο σκοτάδι και στην ασθενή ανταύγεια του νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερή μορφή του Βαγγέλη, μπαίνοντας από την αυλόπορτα.
—Α! καλώς σε ηύρα, εξάδελφε, φώναξε η ξένη αμέσως, αναγνωρίζοντάς τον.
Ο Βαγγέλης με πολύ ταπεινό ήθος και τρόπο, εξηγήθηκε με λίγες λέξεις, ότι αυτή που ήρθε είναι πράγματι εξαδέλφη του, ότι αναγκάστηκε να ξενοικιάσει το δωμάτιο που κατοικούσε, επειδή είναι για ταξίδι, αύριο ή μεθαύριο και η σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάσει, ότι τα ρούχα της δεμένα τα έχει αφήσει σε φιλικό σπίτι και ότι, αφού κι αυτός, άμα βρει δωμάτιο θα μετοικήσει, ας επιτρέψει η κυρά-Γιάνναινα να μείνει κι η εξαδέλφη του μία νύκτα εδώ, εάν πάλι η κυρά-Γιάνναινα επιμένει ότι πρέπει να φύγει αυτός, πριν τελειώσει ο μήνας, αύριο, χωρίς άλλο, θα βρει δωμάτιο και θα φύγει κι αυτός κι η εξαδέλφη του. 
Μια βραδιά είναι αυτή.
Η Γιάνναινα, σχεδόν συγκινήθηκε από τον ταπεινό τρόπο του Βαγγέλη, αλλά δεν ήθελε να το δείξει, ίσως επειδή νόμιζε ότι δεν αρμόζει σε μία νοικοκυρά, οπού έχει σπίτια κι ενοικιάζει, να φαίνεται ότι δείχνει συμπάθεια προς εκείνους οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», καθώς κάνουν άλλες γυναίκες του δρόμου.
— Τι να κάμουμε, πλέον! … είπε με στρυφνό τρόπο.
Αλλά ο τρόπος αυτός δεν άρεσε στο Βαγγέλη, οπότε αυτός έσπευσε να προσθέσει :
— Ξέρεις, απ’ το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ αυτά, ας είμαι και Τουρκομερίτης … Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω, ποιοι και πόσοι έρχονται στο σπίτι σου και τι τους έχεις, αν είναι γενιά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις και συ να εξετάζεις ποιον μπάζω στην κάμαρα, αφού το νοίκι σου τό ’χω πληρωμένο.
Μπορείς μόνο έξωση να μου κάμεις, με προθεσμία.
Μα εγώ σε παρακαλώ με το γλυκό, επειδή πλιότερο ψωμί τρώγεται με το μέλι, που λέγει ο λόγος, για νά ’μαστε εξηγημένοι φιλικώς …
Κι αν σφάλαμε πάλι κι εμείς, συμπαθάτε μας και Θεός σχωρέσ’ σας.
***
Η ξένη, η νεοφερμένη, όσο λίγο και αν την είδε η Γιάνναινα στο σκοτάδι, στην ανταύγεια του φανού του δρόμου, καθώς ήταν ανοικτή η αυλόπορτα, δεν ήταν, ήταν βέβαιη η Γιάνναινα, η ίδια με τη γυναικούλα εκείνη, τη μισόγρια και σουφρωμένη, που είχε δει να βγαίνει ένα πρωί, με το φουστανάκι της να ανεμίζει, από την πόρτα του Βαγγέλη.
Εντούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η κόρη της, ούτε οι δύο νοικάρισσες, πίστεψαν στην εξαδερφοσύνη της.
Εγκαταστάθηκε μέσα στο χαμόγειο του Βαγγέλη και δεν έφυγε ούτε την επομένη, ούτε τη μεθεπομένη, ούτε την άλλη ημέρα. Πάντοτε έλεγε πως θα φύγει αύριο και το αύριο δεν είχε ποτέ τελειωμό.
Μιλούσε για τα ρούχα της, για τα έπιπλά της, τα οποία είχε ακουμπημένα προσωρινά σε ένα σπίτι και θα πάει να τα πάρει και που να τα βάλει και που να τα κουβαλά … και θα φύγει αύριο για ταξίδι …
Τα ίδια επιβεβαίωνε και ο «εξάδελφός» της ο Βαγγέλης.
Η κυρά-Γιάνναινα, καθημερινά σχεδόν του υπενθύμιζε, ότι πρέπει να βρει δωμάτιο να φύγει. 
Τελείωσε ο μήνας ο προπληρωμένος και σαν άρχισε ο δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο δικαιολογιόταν λέγοντας ότι δεν πληρώνει, επειδή θα μετοικήσει και επιφυλάσσεται να πληρώσει, μόνο τις μέρες που θα έκανε να δίνει την ημέρα, κατά την οποία έμελλε να μετακομισθεί σε άλλο οίκημα.
Κατά ευτυχή σύμπτωση, το δωμάτιο είχε ένα μικρό υπόγειο, πολύ ρηχό, μισό μπόι το βάθος, με μία κλαβανή. 
Εκεί κάτω έβαλε η ξένη τις κότες της, να κατιάσουν. 
Είπε ότι ονομάζεται κυρά-Σταυρούλα. 
Από κει κάθε βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και κάθε πρωί, σχεδόν κάθε ώρα της  νύκτας και της ημέρας, λαλούσαν βραχνοί και μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί.
Σχεδόν δεν άφηναν κανένα νοικάρη να χορτάσει τον ύπνο, τόσο δυνατά και τόσο συχνά λαλούσαν. 
Κι οι κότες ανάμεσα κακάριζαν.
Κι οι δύο πετεινοί με τις τρεις κότες τρέφονταν και πάχυναν καλά εκεί μέσα.
Η κυρά-Σταυρούλα, δεν τις άφηνε ποτέ να βγαίνουν στην αυλή.
Κι η ίδια δεν έβγαινε ποτέ να κάμει τρία βήματα ως την αυλόπορτα, για να ψωνίσει τίποτε από κανένα γυρολόγο ή μανάβη, χωρίς να κλειδώσει καλά την πόρτα και να βάλει το κλειδί στην τσέπη της.
Οι τέσσερις γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρη της, η Κατερνιώ η ζωντοχήρα κι η κυρά-Μήτραινα, η μητέρα της μισής ντουζίνας παιδιών, έκαμαν μεγάλο συνασπισμό και σταυροφορία εναντίον της Σταυρούλας.
Δεν πίστευαν στην εξαδερφοσύνη της, τη σκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είναι κι αυτή μια «από κείνες». Δεν την άφηναν να βγει στην πόρτα, χωρίς να ζητήσουν να βρουν αφορμή για καυγά εναντίον της. Τέλος, απαιτούσαν να ξεκουμπιστεί, να τους αδειάσει τη γωνιά, να ξεβρομίσει από κει αυτή κι οι κότες της.
Ο εξάδελφός της, πότε ερχόταν τη νύκτα, πότε έλειπε. 
Αυτή του έκαμνε παράπονα κατά της νοικοκυράς και των γειτονισσών.
— Τι κόσμος είν’ αυτός, καλέ ;
Ο Βαγγέλης πότε μουρμούριζε εναντίον τους, πότε σιωπούσε.
Συνήθως είχε το λαγούτο κάτω από την μασχάλη του, όπως κάτω από τα σκέλη του ο σκύλος την ουρά.
Ένα βράδυ, όταν έγινε ραγδαιότατη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων των σαθρών χαμογειών διέρρευσε. Το πάτωμα έγινε λίμνη. Όλων τα ρούχα βράχηκαν. Ο Βαγγέλης έλειπε τη νύκτα. Ήλθε το πρωί, βρίσκει το στρώμα και τα σκεπάσματα του κρεβατιού όλα βρεγμένα και αρχίζει πικρή επίπληξη κατά της εξαδέλφης του.
— Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται; είπε μεγαλοφώνως, ίσως για να την ακούν έξω, 
η Σταυρούλα. Να και το παπλωματάκι μου, κοίτα πως έγινε!
Βρέθηκε να έχει πάπλωμα, ενώ όταν πρωτοήρθε δεν είχε άλλο τίποτε παρά τις κότες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της, της είχε φέρει από άγνωστο μέρος εντωμεταξύ, αυτό το πάπλωμα.
Από την ημέρα εκείνη, άρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. 
Την άλλη ημέρα την παρακάλεσε απότομα να φύγει, τέλος πάντων, επειδή κι αυτός θέλει να φέρει εδώ «την γυναίκα του», να ζήσει σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθεί.
Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επικαλέστηκε την υποστήριξη των άλλων γυναικών, των τέως άσπονδων πολεμίων της.
Σαν άκουσαν εκείνες ότι τη διώχνει, για να φέρει τη «λεγάμενη», (η οποία, καθώς συμπέραινε μετά μεγάλης πιθανότητας η Γιάνναινα, θα ήταν εκείνη την οποία είχε δει να προβάλλει ένα πρωί από την πόρτα του Βαγγέλη), έγιναν «το ένα τους» μαζί με τη Σταυρούλα και κήρυξαν πόλεμο κατά του Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα, για πρώτη φορά επαγγέλλονταν, ότι πίστευαν στη συγγένεια της Σταυρούλας.
— Ακούς! να διώχνει, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας κουβαλήσει εδώ την παλιοπατσαβούρα ! …
Οπότε, μετά δύο ή τρεις ημέρες, ο λαουτιέρης, βλέποντας ότι «ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», μάζωξε τα ρούχα του, πήρε την κασσελίτσα του στον ώμο, το λαγούτο του κάτω από τη μασχάλη και πήγε να βρει, «την γυναίκα του, να νοικοκυρευτεί».
Τώρα έμεινε η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. 
Η ειρήνη φαινόταν πλέον βέβαιη μέσα στην αυλή.
Αλλά αμέσως, την άλλη μέρα, η Γιάνναινα κι η κόρη της, 
η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλες βρίσκοντας ως πρόφαση το σκούπισμα της αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή οτιδήποτε, άρχισαν πάλι σφοδρότατη καταφορά εναντίον της ξένης.
Ποτέ αυτή δεν άκουσε τ’ όνομά της. 
Όλα  τα παραγκώμια, όσα δεν υπάρχουν σε κανένα εκδιδόμενο λεξικό, της έριχναν κατάμουτρα.
—Η κοταρού, η κοκοταρού, η κοκουρού ! … η χαρχαλού, η πετειναρού !... η μουρλουλού, η ζουρλουλού !...
Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ου».
Την παράσταιναν μόνο σαν αποτυχούσα ερωμένη του λαουτιέρη, η οποία δεν μπόρεσε να τον βαστάξει πλησίον της κι εκείνος της έφυγε … και καλά που έκαμε!
***
Παρόλα αυτά, μετά λίγες ημέρες, προς τα τέλη του
Σεπτεμβρίου, η Σταυρούλα άδειασε το δωμάτιο και φαίνεται ότι αναχώρησε πράγματι από την Αθήνα. Δύο ή τρεις ημέρες πριν φύγει, οι πετεινοί δεν είχαν ακουσθεί στην αυλή.
Λίγο μετά την αναχώρησή της, συναντά ο Βαγγέλης κοντά στη Βλασσαρού, όπου μετοίκησε, έναν από τους νοικάρηδες της κυρά-Γιάνναινας και του λέγει:
—Η δασκάλα πήρε το διορισμό της και μας έφυγε … πάει στα χωριά του Βόλου … Είδες δα κι εκείνη η Γιάνναινα κι οι άλλες εκεί, τι κόσμος!
Πώς την σκυλόβριζαν άδικα την καημένη.
Τότε μόνο για πρώτη φορά ακούσθηκε, ότι η «πετειναρού» ήταν δασκάλα. 
Ο άνθρωπος ακούγοντας αυτό, είπε αφελώς μέσα του :
— Α! ήταν δασκάλα! … Γι’ αυτό είχε τους κοκόρους!
Σε κανέναν Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε.
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2021

Ο Γάμος του Καραχμέτη


Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1909
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐


Ο Καπετὰν Πασάς με την Αρμάδα, κατέπλευσε και άραξε ανάμεσα στον Μέγα Γιαλό και στο Μικρό Γιαλό.
Καράβια γέμισε ο τόπος ο υγρός, μαύρισε όλη η θάλασσα.
Άλλα έριξαν άγκυρα απὸ τα Λεχώνια και στην ακτή του Κουρούπη κι ως τα νησιά του Καστριού, τα λευκά και πετρώδη πέρα κι άλλα, τα μικρότερα σκάφη, αγκυροβόλησαν στον Αι-Σώστη, ακτή, όπου ο τόπος ήταν ημερότερος, στο απάγκιο, όπου ήταν περισσότερη σκέπη και νηνεμία.
Δε φυσούσαν μελτέμια τις μέρες εκείνες, τέλη Ιουνίου, ήταν γαλήνη, αλλά και αν έπαιρνε μελτέμι στη βορειοδυτική ακτή εκείνη, δεν θα έπιανε και πολύ.
Ήταν τελείως αλίμενος, ονειρεμένος τόπος, θεσπέσιο πέλαγος, το κράτος του Βορρά. Τα κύματα δολιχοδρομούσαν όλη την ημέρα, απὸ τα ξημερώματα μέχρι το δειλινό, σε όλη τη βόρεια Άσπρη Θάλασσα, ανάμεσα στα Μπογάζια και τον Όλυμπο, τον Άθωνα και το Γριπονήσι και κοντά το βράδυ, μόλις έφθαναν στο τέρμα για να ξεσπάσουν και να αναπαυτούν στο Κάστρο του Βορρά.
Κόσμος και κόσμος, δηλαδή οι χίλιοι τόσοι κάτοικοι του Καστριού, γυναίκες, γέροντες και παιδιά, μαζώχτηκαν κατὰ το βράδυ στης Αναγκιάς το Κανόνι, στο ψηλότερο βόρειο μέρος του Καστριού κι αγνάντευαν, αγνάντευαν άπληστα, το τέρας που είχε έλθει - τόσα πελώρια σκάφη, τρικάταρτα, με δύο και τρεις κουβέρτες - κι είχε αράξει, κατ΄ εντολή του άπιστου σκυλιού-Σουλτάνου, του αφέντη μας, στα πετρώδη πετροκάβουρα‚ νησιά του Κουρούπη, όπου κατοικούσαν τόσα δαιμόνια και φαντάσματα.
Δύο τρεις βαρκούλες, επειδή ήταν δύο τρία πτωχά μαγαζιά κάτω στην υγρή άμμο, που ήταν ανάμεσα στους βράχους τους χερσαίους και τους θαλάσσιους, όπου κατέβαιναν καλλικαντζούνες και έμοιαζαν σαν χήρες γυναίκες μοιρολογίστρες επάνω στα γκρίφια και τα λαλαρίδια του γιαλού, κόκκινα, βυσσινιά, ρόδινα, γαλάζια, βιολετένια‚ κυλιόνταν λι λι λι, λα λα λα, δώρα της θαλάσσιας νεράιδας, ατίμητα, γλυκά παιχνίδια των παιδιών, στην άκρη του γιαλού και της άμμου.
― Από κει αποτόλμησαν δύο-τρεις βαρκούλες κι έπλευσαν με τα κουπιά επάνω έως τις πλευρές του θαλάσσιου κήτους και περιέπλεαν από μακριά το λείο κύμα.
Κι οι ναύτες απὸ την κουβέρτα τους φώναζαν στα ελληνικά.
―Ελάτε, ελάτε!, αλλά τα παιδιά, οι κωπηλάτες δεν τολμούσαν (επειδή εκεί εμπρός στα νησιά κι αντίκρυ στο Κάστρο, είχε αράξει η ναυαρχίδα), γιατί το ένα πέμπτο περίπου από το πλήρωμα, ύστερα απὸ Τούρκους, Αιγυπτίους, Άραβες, Βαρβαρέζους, Τουνεζινοὺς και Αλγερίνους, ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών.
Υδραίοι περὶ τους 150 και άλλοι τόσοι μαζί Σπετσιώτες, Ψαριανοί, Κασιώτες, άλλοι Σποραδίτες και λιγότεροι από άλλα νησιά.
Και ο πρώτος που επισκέφτηκε επισήμως τον Καπετὰν Πασά πάνω στη ναυαρχίδα, ήταν ο πρώτος προεστός του χωριού, 
ο Κουμπὴς Νικολάου, παλαιός γνώριμός του.
Είχε ο ναύαρχος Αχμέτης στο πλοίο, γραμματικό Φαναριώτη, που είχε περιπέσει σε δυσμένεια, από την  οικογένεια του Μ.
Ο στόλαρχος τον είχε υποχρεώσει να αλλάξει το όνομά του και τον προσέλαβε κρυφά ως γραμματέα. Ο έξυπνος Γραικός ήταν φυσικά, πολὺ αφοσιωμένος στην αφέντη του, όσον ο καθένας στη θέση του οφείλει να είναι.
Ο Κουμπὴς Νικολάου, μαύρος, ρωμαλέος, επιβλητικός, με το τσιμπούκι, με τις κεντητές μακριές χειρίδες και με τα τσόχινα πανωβράκια του, προήδρευε συνήθως στο Κιόσκι, δίπλα στη Μεγάλη Στέρνα κι αντίκρυ στο τζαμί, εκεί ήταν ένας Τούρκος τσαούσης, στο διπλανό κονάκι, για τον τύπον, όπου συναθροίζονταν συνήθως οι προεστοί. Συζητούσαν, συμβουλεύονταν κι υπερίσχυε συνήθως η γνώμη του ζωηρότερου, ο οποίος είχε εκάστοτε αρκετό σθένος, ώστε να πειθαναγκάζει τους άλλους.
Το χάρισμα αυτό το είχε σε μεγάλο βαθμό ο Κουμπής. Μελαψός, στιβαρός, απότομος, εννοούσε να γίνεται όπως αυτός ήθελε.
Και γινόταν σχεδόν πάντοτε. Διότι, αν και δεν δεχόταν ο χαρακτήρας του την κολακεία, αλλά ήταν απλός και ευθύτατος και τα είχε καλά με τους Αγάδες.
Εντούτοις, στο σπίτι είχε διάφορους πειρασμούς ο Κουμπής.
Τη χρονιά εκείνη είχε κολλήσει στο νου του Κουμπή, ότι έπρεπε να χωρίσει τη γυναίκα του, επειδή ύστερα απὸ 15 χρόνων συζυγία δεν του είχε κάμει παιδί. Ο Κουμπὴς δεν εννοούσε να έχει παλλακίδα,  «πόρνους και μοιχοὺς κρινεί ο Θεός».
Αυτό το ρητό σχεδόν μόνο από όλη τη Γραφή ήξερε. Αλλά πως να υιοθετήσει ξένο γέννημα; (ξένο κριὰς να μη θρέψεις, έλεγε μία χυδαία παροιμία). Για να τον βλαστημούν τα ανίψια μετά το θάνατό του, επειδή θα τους αποκλήρωνε;
Ή πώς να αφήσει το βιο του σ᾿ όλους αυτούς, που θα μάλωναν μετά το θάνατό του, ποιος να πάρει τα πλειότερα και ίσως θα αστοχούσαν να του κάμουν τα ψυχικά και πάλι αυτό θα ήταν κατάρα και βάρος στην ψυχή του; Καλά είπε ο Κύριος:
«Πώλησον τα υπάρχοντά σου, και διάδος πτωχοίς».
Αλλά κι οι καλόγεροι, για τους οποίους φαίνεται να το είπε κι αυτοὶ περιμένουν πότε να πουλήσει άλλος τα υπάρχοντά του ή και να τους τα χαρίσει για να έχουν να τρώνε, αλλά και διεκδικούν λυσσωδώς «τα κτήματα της Μονής», για να τρώει ροφοὺς και γουρουνόπουλα ο Δεσπότης, ο Πίτροπος, 
ο Βοΐβοντας,  ο γραμματικός και τόσοι άλλοι.
Ανάγκη πάσα να τραβήξει κανείς το σκοινί του, να βαστάζει το ζυγό του, να μεταφέρει το φορτίο του. Ο κυρ-Κουμπής, ενώ κατὰ τα άλλα ήταν τόσο αυστηρός άνθρωπος, είχε κι αυτός μία αδυναμία, ποθούσε να έχει μικρό νινί, χαριτωμένο, αγγελικό πλάσμα, για να το χορεύει στα γόνατά του.
Η Σεραϊνὼ ήταν σαράντα χρόνων και μετά τόσα χρόνια, 15 περίπου, δεν γέννησε τίποτε. «Ούτε παιδί, ούτε κουτάβι, ούτε κλούθο». Αυτός ήταν πενήντα ετών περίπου. Η Λελούδα η αντικρινή του, ήταν μόλις τριάντα χρόνων ίσως, ωραία, ροδόπλαστη, σεμνή, ταπεινή, φτωχή και άμεμπτη, απροστάτευτη και πεντάρφανη. Ένα μόνο θείο είχε κι εκείνος δεν ήταν ικανός να την προστατέψει.
Σκέφθηκε να την απαγάγει και να δωροφορήσει έναν παπά ή και να τον βιάσει με φοβέρα - επειδή ήταν γνωστό ότι τα είχε καλά με τους Τούρκους - να τους στεφανώσει. Και το πρώτο στεφάνι τι θα γινόταν; Αυτός δεν είχε ατιμάσει το στεφάνι, ούτε η συμβία του.
«Πόρνους και μοιχούς…»
Θα το έκανε μόνο για να αποκτήσει, αν θέλει ο Θεός, κληρονόμο.
Όταν, τις ημέρες εκείνες, συνέβη να καταπλεύσει ο Πασὰς με την αρμάδα, ο Κουμπὴς το αποφάσισε.
Κατὰ την επίσκεψη στη ναυαρχίδα, συνομίλησε μία ώρα με τον Αχμέτη Πασά. Τι του είπε; Φαίνεται ο Κουμπὴς του ζήτησε εκδούλευση και ο Τούρκος ναύαρχος του υποσχέθηκε.
Το βράδυ, όταν νύχτωσε, ο Κουμπὴς είχε αρματώσει μία σκαμπαβία με έξι κουπιά. Τους δύο από τους κωπηλάτες, ψαράδες του γιαλού, όπου ήσαν άνθρωποί του και πολύ αφοσιωμένοι σ΄ αυτόν, τους έπεισε να ανέβουν τον ανήφορο, ψηλό, απότομο, πετρώδη, όπου οδηγούσε απὸ το Γιαλό στο Κάστρο, από κάτω στη γέφυρα του Κάστρου, που ήταν απὸ άσχιστο αγριόξυλο, στο χάσμα, όπου έχασκε άβυσσος και κρημνός, όπου έπιανε κάθε άνθρωπο ίλιγγος και σκοτοδίνη.
Τη γυναίκα του την Σεραϊνὼ την είχε φωνάξει το πρωί, καθώς κατέβαινε απὸ τον κρεμαστό σοφά, όπου είχε κοιμηθεί και φόρεσε τα πανωβράκια, με τις κεντητές βρακοζώνες και τα πλατιά μανίκια κι έπινε το πρωινό σερμπέτι του. 
Γιατί μόλις είχε εισαχτεί τότε στον τόπο ο καφές.
Τον είχε φέρει πρώτος ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, άλλος προεστός κι αυτός, εμπορευόμενος απὸ τη Μολδοβλαχία κι ο κυρ-Κουμπής, επειδή δεν ήταν εύκολος νεωτεριστής σε όλα τ᾿ άλλα  - μόνο στο γάμο ήθελε, όχι να νεωτερίσει, αλλά να πραξικοπήσει και δώσει κακό παράδειγμα - δεν τον είχε συνηθίσει ακόμη, φώναξε τη γυναίκα και της είπε:
― Τ᾿ ακούς, Κουμπίνα; Το βράδυ, σαν σουρουπώσει, να πας ν᾿ ανάψεις τα καντήλια τ᾿ Άι-Προκοπίου, κάτω στο ρέμα. Το έχω τάξιμο απὸ καιρό. Μεθαύριο είναι η μνήμη του κι αύριο δε θα πάρεις εύκολα αράδα, θα κουβαλήσουν χίλια λαδικά.
Πάρε μαζί σου και τη φτωχή γειτόνισσά μας τη Λελούδα, επειδή και είναι κι αυτή ανέβγαλτη και δεν έχει άλλη παρηγοριά απὸ σένα, που θα είναι μοναξιά, να πάτε να ανάψετε τα καντήλια, να σεργιανήσετε κιόλας.
―Άκουσε να σου πω, νά ᾽χω και το συμπάθειο, Κουμπή, απάντησε το Σεραϊνώ. Η Λελούδα είναι, όπως είπες, ανέβγαλτη και τώρα είναι εδώ η αρμάδα. Ποιος ξέρει αν δε θα βγουν οι Τουρκαλάδες όξω στη στεριά, να πάρουν αράδα τις αβραγιὲς και τα χωράφια.
Η Λελούδα θα φοβάται να ᾽ρθεί μαζί μου.
―Ακούς τι σ᾿ λέω, Κουμπίνα; Εσὺ να την καταφέρεις νὰ ᾽ρθει μαζί σου.
Και ποιος μπορεί να σας πειράξει, χριστιανός ή Τούρκος ή άλλος, ας είναι και διάβολος με τα κέρατα; Δεν ξέρεις ότι 
τά ᾽χω καλά μὲ τς αγάδες;
Έχουν άλλον απὸ μένα εδώ  στο χωριό κόνσολα κι αποκούμπι;
Εγώ είμ᾿ εδώ.
Ποιος θ᾿ αποκοτήσει να σας πειράξει;
* * *
Η Κουμπίνα, αν και δεν μπόρεσε να καταδαμάσει την αλλόκοτη υποψία που της ήλθε στο λογισμό της, συμμορφώθηκε με την παραγγελία του συζύγου της. 
Ήταν απλή και δεν πονηρευόταν.
«Η δε γυνὴ ένα φοβείται, τον άνδρα».
Της γίδας τα κέρατα είναι κυρτά, σε σημείο υποταγής φαίνεται, στον υψικέρατο τράγο. Της κότας η λοφιὰ είναι αμαυρή και ταπεινή και του πετεινού είναι κόκκινη, υψηλή και εξηρμένη και όλο το σώμα του με υψηλὰ σκέλη ανορθωμένο. 
Παντού η υποταγή του θηλυκού στο αρσενικό
- Η φτωχή Λελούδα, άμα είδε την πρώτη αρχόντισσα του χωριού και την παρεκάλεσε να πάει μαζί της σε μικρή εκδρομή έξω από το Κάστρο, επειδή αισθανόταν κι αυτή υπολανθάνουσα κάποια ανάγκη να αλλάξει τον αέρα, ύστερα απὸ πολλούς μήνες όπου δεν είχε βγει απὸ το ταπεινό καλύβι της, πείστηκε.
Η Κουμπίνα της είπε, ότι δεν είχαν να φοβηθούν τους Τούρκους, καθότι μέσα στα καράβια ήταν και πολλοὶ ναύτες χριστιανοί, Υδραίοι και άλλοι κι αν θα έβγαιναν και Τούρκοι, όπου δεν ήταν πιθανόν να βγουν, διότι άμα θα φυσούσε καιρός, στο αμπαγιέρι, ευθὺς η αρμάδα θα έφευγε.
Αλλά κι αν εξακολουθούσε ακόμη μπονάτσα κι αν έβγαιναν Τούρκοι, ο Κουμπὴς έκοβε το σπαθί του και τα είχε καλά με τους αγάδες, «για το καλό της χριστιανοσύνης» και δεν τολμούσαν να πειράξουν άνθρωπο.
Η Λελούδα, φόρεσε ένα πουκάμισο κρεμέζι κόκκινο κεντητό με μετάξι, ένα ωραίο φουστάνι «μόρικο», που έκανε νερὰ-νερά (δεν τολμούσε ποτέ της να ελπίσει ότι θα γινόταν νύφη, αν και είχε χρυσοΰφαντα ποδογύρια και αργυρά τσαπράκια χρυσοποίκιλτα στην κασέλα της), πήρε το καλαθάκι της, έβαλε το λαδικό μέσα και τρία κεριά και λίγο λιβάνι στο χαρτί, ακόμη και μικρό προσφάγι, ψωμὶ κι ελιές, επειδή ήταν Παρασκευή και ακολούθησε την Κουμπίνα.
Ο Κουμπὴς εντωμεταξύ είχε πάει να συναντήσει τον παπα-Σταμέλο, ενορίτη του, που εφημέρευε στο ναό του Χριστού και του είπε:
― Το βράδυ-βράδυ, να πάρεις το πετραχήλι σου και το αγιασματάρι, θα πάμε μαζί, για να ψάλεις αγιασμό στη φεργάδα.
Ο παπάς τον κοίταξε με απορία.
― Μη σου φαίνεται παράξενο. Είναι τόσοι Χριστιανοὶ μες στα καράβια.
Ο γραμματικός του Καπετὰν Πασά είναι Χριστιανός, ομοεθνής μας, ο λοστρόμος Χριστιανός, σ᾿ όλα τα καράβια είναι ασκέρι Χριστιανοί.
Στη φεργάδα είναι το ένα τρίτο. Ο ίδιος ο Πασάς σέβεται τα θεία κι επικαλείται τον Αι-Γεώργη, τον Αι-Δημήτρη και την Μεριὲμ-Ανὰ (την Παναγία). Πάρε κι ένα τετραβάγγελο μαζί σου, γιατὶ θα χρειασθεί θαρρώ, να διαβάσεις λίγα κεφάλαια στο λοστρόμο, που είναι άρρωστος απὸ μελαγχολία και δεν ξέρει τι έχει.
Ο ιερέας τον άκουε σκυθρωπός. Ο Κουμπὴς εξακολούθησε:
―Αν θέλεις, παπά μου. Σε προτίμησα ως ενορίτη μου.
Αν δεν θέλεις, θα προσκαλέσω τον παπα-Φραγκούλη, τον σύντροφό σου στον Χριστό ή τον παπα-Διανέλο απ΄ τον 
Αι-Νικόλα.
Μη φοβάσαι τίποτε, παπά μου, έχω ορισμό απ΄ τον Αχμὲτ Πασά.
Θα πάρεις για τον κόπο σου ένα σελήμι (τάλιρο) και παραπάνω. Αλλιώς, θα θυμώσει ο Πασάς μ᾿ εμένα και με σας τους παπάδες, πως δεν του έκαμα τον λόγον του.
* * *
Την ώρα που έβγαιναν η Κουμπίνα κι η Λελούδα απὸ τον Άγιο Προκόπιο, όπου είχαν ανάψει τα κανδήλια, είχε σουρουπώσει πλέον και σκοτάδι άρχισε να απλώνεται σε όλη την κρημνάδα αυτήν. Μακριά, προς δυσμάς, φαίνονταν φώτα στο ναΐσκο της Αγίας Κυριακής, όπου θα είχε αρχίσει περίπου η αγρυπνία.
Οι δύο γυναίκες, είχαν επισκεφθεί πριν από τη δύση του ήλιου το παρεκκλήσι εκείνο και κατόπιν είχαν μεταβεί στον Άγιο Προκόπιο.
Το μονοπάτι κατηφόριζε απότομα προς το μέρος εκείνο, καθώς βγήκαν απὸ το ναΐσκο του Αγίου και πήγαινε προς το γιαλό.
Έπειτα ανέβαινε πάλι κι ανηφόριζε πλαγινά βαθμηδόν βαίνοντας προς την είσοδο του Καστριού, στη γέφυρα.
Εκεί που πατούσαν οι δύο γυναίκες, στο παρδαλό σκοτάδι, ήταν άκρα μοναξιά, δεν φαινόταν ψυχή ζώσα.
Ω, καλύτερα να μην ήταν ψυχή ζώσα την ώρα εκείνη για την Κουμπίνα και για τη Λελούδα - την τρομάρα που πήραν οι δύο γυναίκες! - στο μέρος αυτό.
Δύο άνθρωποι, κρυμμένοι πίσω από ένα βράχο, στον όχθο του δρόμου, μίλησαν ελληνικά:
―Σταθείτε! μη φοβάσθε…
―Ωχ! τι είναι; Αχ! Θέ μου, Άι-Προκόπη μου.
―Αχ! Παναγία μου!
Πριν αρθρώσουν δεύτερη λέξη, τρίτος πίσω από το βράχο  εμφανίστηκε, ο Κουμπής.
― Μη φοβάσαι, αθώα Λελούδα! Κουμπίνα, να πας στο σπίτι σου.
Έλα μαζί μας, Λελούδα.
― Νὰ ᾽ρθει; πού νὰ ᾽ρθει; Σε καλό σου, Κουμπή, τόλμησε να ψελλίσει η Κουμπίνα.
― Σύρε στο σπίτι σου Κουμπίνα, επανέλαβε ο σύζυγός της. Λελούδα, έλα, θα πάμε στη φεργάδα.
― Στη φεργάδα! επανέλαβε ως ηχώ η Κουμπίνα.
* * *
Ο Κουμπής, για να μη τρομάξουν πάρα πολὺ οι δύο γυναίκες, είχε σκεφθεί, ότι προτιμότερο θα ήταν να λάβει αυτός μέρος στη σκηνή της απαγωγής.
Η Σεραϊνώ, μάντεψε αμέσως τι έμελλε να συμβεί, ταπεινή και με εγκαρτέρηση, επέστρεψε στο σπίτι, γονάτισε μπροστά στις εικόνες και προσευχήθηκε.
Σε μία γειτόνισσα αδιάκριτη, η οποία είχε ανεβεί και τη ρωτούσε με απορία τι έγινε η Λελούδα και γιατί δεν επέστρεψε μαζί της απ᾿ το ξωκλήσι, απολογήθηκε.
―Έμεινε στην Αγία-Κυριακή. Έχει αγρυπνία ο παπα-Φραγκούλης κι είναι κόσμος εκεί. Αν μπορούσα κι εγὼ θα έμενα. Μα δεν είχα την άδεια απ᾿ τον Κουμπή.
* * *
Μεγάλη βάρκα με έξι κουπιά, περίμενε στη ρίζα του θαλασσοκτισμένου Κάστρου, δίπλα σε ένα χαμηλό και τριμμένο, πατημένο βράχο, που σχημάτιζε φυσική αποβάθρα.
Ο παπα-Σταμέλος, τυλιγμένος ως το λαιμό στο ράσο του, με το κωνοειδὲς καλυμμαύχι του, κατεβασμένο ως τα φρύδια και τα πτερύγια των αυτιών, εκστατικός, φοβισμένος, περίμενε καθισμένος στην πρύμνη.
Οι έξι κωπηλάτες, όλοι Γραικοί από τα αγήματα, ύψωσαν τα κουπιά.
Η Λελούδα, ωχρή, τρέμουσα, λιπόθυμος και σχεδόν νεκρή και ζώντας σαν σε όνειρο, επιβιβάστηκε, υποβασταζόμενη απὸ τον Κουμπή.
Οι δυο νομάτοι, που ήταν συνεργοὶ της αρπαγής, ακολούθησαν μετά απ΄ αυτούς. Ο ένας κάθισε στην πρώρα και ο άλλος θέλησε να πάει προς την πρύμνη, στο πηδάλιο.
―Άφσε, κυβερνώ εγώ, είπε ο Κουμπής.
Ο άνθρωπος επέστρεψε στην πρώρα. Ο νησιώτης προεστός πήρε το πηδάλιο, τα κουπιά κτύπησαν τα κύματα και μετά είκοσι λεπτά η βάρκα έφθασε στο πλευρό της ναυαρχίδας.
Ο ναύαρχος Αχμὲτ Πασάς δεν φάνηκε ούτε στο σκάφος, ούτε στο θάλαμό του, όπου κατήλθαν οι επισκέπτες. Ο Κουμπὴς έλειψε επὶ τρία λεπτά, πριν κατέβουν κάτω, ο δε παπάς και η Λελούδα κοιτάζονταν μεταξύ τους, κοίταζαν τους ναύτες με τα τουρκόφεσα, κοίταζαν τα ψηλά κατάρτια και τα πολυσύνθετα άρμενα, κάτω από το φως δύο μεγάλων φαναριών κρεμασμένων προς τα κάτω στον πρυμναίο ιστό.
Ο Κουμπὴς φάνηκε μετά από λίγο. Φαίνεται ότι είχε πάει να κάμει τον συνήθη τεμενά στον Τούρκο ναύαρχο και να του δώσει λόγο περὶ του βαθμού όπου είχε φθάσει η υπόθεση, 
για την οποία είχε ζητήσει την εύνοια και την προστασία του. 
Ο Καπετὰν Πασάς συμφώνησε και παρήγγειλε στον Έλληνα γραμματέα του να τον αντιπροσωπεύσει.
Ο Φαναριώτης φάνηκε και οδήγησε τους επισκέπτες κάτω στο δικό του θάλαμο. Εκεί, το πρώτο που είδε η Λελούδα, άμα άρχισε να συνέρχεται σιγά σιγά στις αισθήσεις της, ήταν μία εικόνα που έφερε την Παναγία με το Χριστό βρέφος και από κάτω τον Άγιο Νικόλαο, ιεράρχη με λευκά στρογγυλά γένια, να κρατά Ευαγγέλιο και να ευλογεί.
Μετά το λουκούμι και τη μαστίχα που προσφέρθηκαν στους επισκέπτες, απ΄ τα οποία η Λελούδα δε μπόρεσε να γευθεί τίποτε, ο Φαναριώτης έβηξε και πήρε το λόγο:
― Λοιπόν, παπά μου, αν αγαπάς τώρα, φόρεσε το πετραχήλι κι άνοιξε το βιβλίο σου.
Ο ιερέας υπάκουσε μηχανικά. Τη στιγμή εκείνη κατέβηκε τη σκάλα της καμπίνας ένας ναύτης, ο οποίος ήταν ένας από τους κωπηλάτες της βάρκας. Έδωσε στον Κουμπὴ ένα μικρό δέμα, μέσα σε μεταξωτό προσόψιο, επίπεδο, κυκλικό.
― Αυτό το ηύρα μες στη βάρκα, είπε.
― Α! κι εγὼ το ξέχασα, είπε ο Κουμπής.
Ήταν στέφανα του γάμου, τα οποία ο Κουμπὴς είχε κατασκευάσει φαίνεται κρυφά και ιδιοχείρως, την ώρα που 
η Κουμπίνα είχε κινήσει να πάει στον Άι-Προκόπη μαζὶ με 
τη Λελούδα.
Είχε πάρει δύο κληματίδες λεπτές απὸ την πλούσια αναδεντράδα της αυλής του, τις είχε τυλίξει με βαμβάκι και κόλλησε επάνω λίγο χρυσόχαρτο, το οποίο βρήκε στα συρτάρια των εργόχειρων της γυναίκας του, περίσσευμα απὸ στέφανα άλλων γάμων, επειδή η Χατζίνα αγαπούσε αυτά τα κοινωνικά χρέη και συχνά γινόταν συντέκνισσα σε ανδρόγυνα και νονά σε βρέφη, ακούοντας εκάστοτε τη συνηθισμένη εγκάρδια ευχή: «Όπως έτρεξες με το λάδι, να τρέξεις και με το κλήμα, συντέκνισσα», δηλαδή να ζήσει να στεφανώσει τα νεοφώτιστα, όσα είχε αναδεχθεί.
Ο Κουμπὴς απέθεσε τα στέφανα στο τραπέζι, κάτω από την Αγία εικόνα, έκαμε ένα σταυρό κι έδωκε το χέρι του στη Λελούδα.
―Έλα, αγάπη μου.
Η κόρη σηκώθηκε μηχανικά. Ούτε ήθελε, ούτε μπορούσε να αντισταθεί.
Στάθηκε εκείνος δεξιά και αυτή αριστερά, αντίκρυ απ΄ την εικόνα.
― Τώρα θα μας κάμεις πατριαρχικό γάμο δέσποτα, όπως συνηθίζουμε εμείς στο Φανάρι. Ερώτα τους μελλόνυμφους, 
αν θέλουν να παρθούν αμοιβαίως.
Ο παπὰς έντρομος, έμεινε αδρανής.
―Άκουσες παπά; επανέλαβε ο γραμματεὺς του ναυάρχου.
―Εγὼ δι᾿ αγιασμὸν ήρθα, ψέλλισε ο ιερέας. Δεν ήξερα πως ήταν γάμος, να πάρω το Βαγγέλιο και το θυμιατό, να πάρω και το φαιλόνι μου.
― Θυμιατό έχουμ᾿ εδώ, είπε ο Φαναριώτης. 
Κι ένα τετραβάγγελο μου βρίσκεται.
― Δεν επήρες το τετραβάγγελο παπά, που σου είπα; 
Ρώτησε ο Κουμπής.
Ο παπὰς έμεινε άφωνος. Ο γραμματεὺς επανέλαβε:
― Δεν πειράζει. Έχω τετραβάγγελο.
Άναψαν κεριά, που βρίσκονταν εκεί κάτω απὸ το εικονοστάσιο.
Ο Φαναριώτης στάθηκε πίσω από το ζεύγος.
Ο παπὰς άνοιξε μηχανικά το μικρό ευχολόγιο ή αγιασματάριο, που κρατούσε και άρχισε να διαβάζει με ψιθυριστή φωνή τις ευχές της ανομβρίας.
Πριν συμπληρώσει την πρώτη ευχή, ο Φαναριώτης εννόησε καλά κι επενέβη.
― Δεν είχαμε ανομβρία, δόξα τω Θεώ, φέτος παπά μου, έκαμε τόσες βροχές. Λάθος έκαμες. Βρες την ακολουθία του γάμου.
Ο ιερέας έστρεψε λίγα φύλλα του βιβλίου, δίστασε, έβηξε και πάλι άρχισε να μουρμουρίζει με σιγανότερη ακόμη φωνή.
Διάβαζε αυτή τη φορά, την Ακολουθία σε ψυχορραγούντες.
― Σου είπα, δέσποτα, είπε ο Φαναριώτης. Ξέχασες να ρωτήσεις τους μελλόνυμφους, αν θέλουν να παρθούν.
Ο παπὰς στράφηκε προς το ζεύγος και ρώτησε μηχανικά:
― Θέλεις, Κουμπή, διὰ γυναίκα σου την Λελούδαν;
― Την θέλω.
― Θέλεις, Λελούδα, τον Κουμπήν;…
Η Λελούδα δεν έσεισε την κεφαλή. Έμεινε ακίνητη, με το κεφάλι κάτω, με απλή και περισσή σεμνότητα. Ο σύντεκνος πίσω από το ζεύγος ώθησε την κεφαλὴ της νύφης.
Είχε το «καμάρι» της νύφης και συνάμα και περισσότερο, είχε την αφωνία του θύματος, που άγεται προς σφαγή.
Διάβασε παπά την ακολουθία του αρραβώνος και κατόπιν του στεφανώματος.
Ο ιερέας είπε:
―Ας είναι, θα διαβάσω τον Δίγαμον.
Ο Φαναριώτης έμεινε σύννους, έπειτα είπε:
― Πώς τον Δίγαμον;… Η νύφη είναι παρθένος κι έρχεται εις πρώτον γάμον. Τον αρραβώνα θα διαβάσεις και το στεφάνωμα.
― Δεν ξέρω τι γίνεται στο Φανάρι. Τον Δίγαμον θα διαβάσω, επέμενε ο ιερέας.
Ο γραμματέας του Πασά υπεχώρησε. (Η παράδοση λέγει, ότι απείλησε να κρεμάσει τον παπά στην κεραία του ιστού, όλα αυτά είναι υποθέσεις. Το βέβαιον είναι ότι ο Φαναριώτης τελικά υπεχώρησε.)
―Ας είναι. Διάβασε τον Δίγαμον.
Ο ιερέας έβαλε ευλογητό και άρχισε. Αντήλλαξε τα δακτυλίδια.
Ο Κουμπὴς είχε τέσσαρα ή πέντε, χρυσά και αργυρά, στα δάκτυλά του. Χρειάστηκαν απ΄αυτά δύο, ένα εκ των δύο που είχε στον παράμεσο και ένα στο μικρό δάκτυλο. Μετέβη στην Ακολουθία του στεφάνου, χωρὶς να ειπεί: «Ευλογημένη η βασιλεία.»
Άρχισε να διαβάζει την πρώτη ευχή κατανυκτικά, όπου γίνεται λόγος περὶ αφέσεως αμαρτιών και περὶ ανθρώπινης αδυναμίας.
Έπειτα ευλόγησε τα στέφανα και υπέδειξε στον σύντεκνο πως θα  ανταλλάξει τα στέφανα.
Έπειτα κέρασε τους νεόνυμφους το κοινὸν ποτήριον, τέλος χόρεψε μαζί τους τον χορὸ του Ησαΐα κι έκαμε απόλυση.
Τη στιγμή που ο Φαναριώτης άλλαζε τα στέφανα επάνω στα κεφάλια των νεόνυμφων, τρεις μεγάλες κανονιὲς βρόντησαν επάνω στο κατάστρωμα, από τα πλευρά του πλοίου. Όλο το πέλαγος σείσθηκε και το Κάστρο αντίκρυ πήγε και ήλθε απὸ τον κρότο και τον κλονισμό.
Ο νυχτοφύλακας που καθόταν επάνω στης Αναγκιάς το Κανόνι, στην βορειότερη άκρη του Κάστρου, είδε τη λάμψη, είδε τον καπνό υπό την πυκνή αστροφεγγιά, κατά τη στιγμή που μόλις είχε δύσει η σελήνη (ήταν ως επτά ημερών και κόντευε μεσάνυχτα) κι έκαμε το σταυρό του και είπε:
― Πώς ρίχνουν κανονιὲς μεσάνυχτα οι αγάδες; Μην έχουν ραμαζάνι;
Δύο γυναίκες γειτόνισσες, που δεν είχαν ύπνο και λαγοκοιμούνταν, πλαγιασμένες η μία σε ένα υπερώο, κοντά εκεί στην Αναγκιά, η άλλη σε ένα κτήμα, λίγο παρακάτω, ανασκίρτησαν. Η πρώτη σηκώθηκε, έριξε βλέμμα έξω και ρώτησε τον νυκτοφύλακα, τι τρέχει.
― Οι αγάδες έχουν ραμαζάνι, απήντησε ο άνθρωπος.
― Και τι θα πει ραμαζάνι;
― Ποιος ξέρει! (Νηστεία της ημέρας και γλέντι της νύκτας.)
Της άλλης το βρέφος ξύπνησε στην αγκαλιά της κι άρχισε τα κλάματα και δεν ήθελε να μερώσει, με όλα τα νανουρίσματα και τα τραγούδια που του έλεγε η μάννα του.
Οι κανονιὲς είχαν αντηχήσει πολύ και βόησε όλη η Ηχώ, η Αναγκιὰ του Κάστρου αντίκρυ στα δύο κάτασπρα νησιά, στους βράχους και στα άντρα. Κάτω στο Κιόσκι, στον αρχοντομαχαλά, κοντά στο ναό του Χριστού, η Σεραϊνώ, που αγρυπνούσε στο σπίτι του Κουμπή, άκουσε τους κανονιοβολισμούς και μόνη αυτή τους εξήγησε στην αληθινή σημασία τους.
― Στερεωμένοι, καλορίζικοι, ψιθύρισε, σχεδόν χωρίς πικρία.
Με γιους, Κουμπή.
* * *
Από τη στιγμή εκείνη, η Σεραϊνὼ υπολόγιζε με βεβαιότητα ότι, εντὸς δύο ωρών το πολύ, το ζεύγος έμελλε να φθάσει στο Κάστρο. Διότι δεν θα ήταν πιθανόν να πιστέψει κανείς ότι θα ξημέρωναν πάνω στη ναυαρχίδα.
Σκέφθηκε, ότι έπρεπε να ζητήσει της Λελούδας το κλειδί, να πάει να περάσει αυτή το υπόλοιπο της νύκτας αντίκρυ, στο μικρό σπιτάκι εκείνης. Τότε θυμήθηκε ότι το κλειδὶ το είχε αφήσει η Λελούδα στης Κουμπίνας, ακριβώς στον ανατολικό θάλαμο, που βρισκόταν τώρα αυτή. Το είχε κρεμάσει σε καρφί, κάτω από τα εικονίσματα.
Η Σεραϊνὼ κοίταξε και το είδε υπό το φως του κανδηλιού.
Έκαμε ακούσια χειρονομία να το πάρει. Έπειτα κρατήθηκε κι είπε: «Καλύτερα, ας έλθει, να της το ζητήσω».
Τέλος περὶ τη μία μετά τα μεσάνυχτα, έφτασε ήρεμα και εν άκρα σιωπή το ζεύγος των νεόνυμφων. Ο Κουμπής, έχοντας τόση επιρροή πάντοτε, αλλά πολλαπλασιαζόμενη τώρα λόγω της παρουσίας του Τουρκικού στόλου, είχε προδιαθέσει τους προεστούς και την πολιτοφυλακή, λέγοντας ότι είχε σπουδαία υπόθεση επάνω στη φεργάδα και ότι θα έφθανε πολὺ αργά τη νύκτα. Οπότε ήταν ανάγκη να χαμηλώσουν τη γέφυρα και να ανοίξουν τις πύλες του φρουρίου.
* * *
Η Σεραϊνὼ, άνοιξε την πόρτα στο πρώτο κτύπημα, στάθηκε σταθερά, χαμογελώντας και τους ευχήθηκε:
― Στερεωμένοι! καλορίζικοι! με γιους, Κουμπή…
― Πώς ξέρεις;
―Ήρθε ένα πουλάκι και μου ᾽πε.
Στράφηκε προς τη Λελούδα.
― Να πάρω το κλειδὶ του σπιτιού σου, να πάω να κοιμηθώ απόψε;
Η Λελούδα συμφώνησε και δάκρυσε. Έπειτα είπε:
― Να με σχωρέσεις!
― Σχωρεμένη και βλοημένη νά ᾽σαι, είπε με εγκαρτέρηση η πρώην Κουμπίνα.
― Την επομένη το πρωί ο Κουμπής, καθώς βγήκε από το σπίτι, περνώντας μπροστά από την πόρτα του φτωχικού οικίσκου, φώναξε τη γυναίκα και της είπε:
―  Σεραΐνα (έπαψε πλέον να την ονομάζει Κουμπίνα), πάρε τα ρούχα σου, τα είδη σου τα ατομικά σου, πάρε και καμπόσα δικά μου, όσα θέλεις και σύρε να καθίσεις στο σπίτι το δικό σου, εκεί στο Πρεγάδι. Θα στείλω μαστόρους να το μερεμετίσουν, ότι χρειάζεται, σήμερα. Και σε περικαλώ, όσο μπορείς, να τά ᾽χεις καλά με την Κουμπίνα.
―Εγὼ θα τά ᾽χω καλά με τη νέα Κουμπίνα, όπως τα είχα και με τη Λελούδα, απάντησε η απλή ψυχή.
Και σε περικαλώ, Κουμπή, να μ᾿ αφήσεις να καθίσω στο σπίτι σου, να σου ανατρέφω τα παιδιὰ που θα κάμεις.
― Καλά, ο Θεός σε φωτίζει να φέρνεσαι έτσι αγία ψυχή, είπε, μη μπορώντας να κρατήσει ο σκληρός, τη συγκίνησή του.
* * *
Από τότε, ο Κουμπὴς Νικολάου ονομάσθηκε απ᾿ όλο το χωριό Καραχμέτης, από το όνομα του Τούρκου ναυάρχου κι οι απόγονοί του ονομάζονται μέχρι σήμερα Καραχμεταίοι. Διότι γέννησε η Λελούδα και η Σεραΐνα ανέθρεψε, τον Κονόμον (Αλέξανδρον), τον Μόσκοβον, τον Γεώργιον, τον Θωμάν και άλλες τόσες θυγατέρες.
Λίγους μήνες μετά το γάμο, η Λελούδα έκαμε ένα φοβερό λάθος, πολύ επικίνδυνο.
Ήταν μεγάλη εορτή των Βαΐων κι ο Κουμπὴς ξύπνησε πολύ πρωί, να πάει στον Χριστόν, να λειτουργηθεί.
Η νέα Κουμπίνα, του είχε αποθέσει πάνω στον καναπὲ τα φορέματά του, για να αλλάξει, αλλά πάνω στη βία και το σαστισμό της, επειδή πτοούταν και τα έχανε στις φωνές και την αυστηρότητα του Κουμπή, αντὶ να βάλει πουκάμισο του Κουμπή, το οποίο ήταν μεταξωτό και με πλατιές κεντητές χειρίδες, όπως συνήθιζαν τότε οι πρόκριτοι, οι δημογέροντες‚ έβαλε υποκάμισο χρυσοκέντητο δικό της.
Ο Κουμπὴς το φόρεσε στο θαμπό φως της αυγής και στο τρεμάμενο φως του κανδηλιού, (με υπναλέα ακόμη μάτια), φόρεσε το πανωβράκι, το λαχουρὶ ζωνάρι και την βελουδένια τζάκα του και βγήκε.
Όταν μπήκε στο ναό, οι προεστοί γύρω στο χορό, είδαν το λάθος. Κοίταξαν το γυναικείο πουκάμισο του Κουμπή και μερικοί υπεψιθύρισαν και δάγκασαν τα χείλη τους, για να μη γελάσουν.
Ο Κουμπὴς το στοχάσθηκε. Κοίταξε καλά, το στήθος και τον κορμό και τα χέρια του και το ανακάλυψε.
Βγήκε τρέχοντας. Φρύαξε κι έτρεξε με σκοπό και απόφαση να σκοτώσει τη Λελούδα.
Οι δύο γυναίκες είχαν ντυθεί. Φόρεσαν, η παλαιὰ Κουμπίνα τα σεμνά και ταπεινά της κι η νέα τα νυφιάτικα, τα οποία δεν είχε φορέσει στο γάμο της κι ήταν έτοιμες να ξεκινήσουν, για την εκκλησία.
Με ένα βλέμμα η Σεραΐνα εννόησε άμα είδε τον Κουμπή.
Αυτός σήκωσε ήδη τη χονδρή και σιδεροκέφαλη ράβδο του εναντίον της Λελούδας.
― Παλιοβρώμα!…
Η Σεραΐνα έπεσε επάνω στη ράβδο, στα γόνατά του, στα πόδια του.
―Έλεος Κουμπή, έλεος! Δεν τὸ ήθελε η καημένη. Λάθος έκαμε, επάνω στη βία της, στη σαστιμάρα της. Δεν επήρε ακόμα τα χούια σου, τα συστήματά σου, Κουμπή. Σχώρεσέ την για πρώτη φορά, Κουμπή μου, σχώρεσέ την. Έλεος, Κουμπή μου, έλεος!
Ο Κουμπὴς κάμφθηκε.
* * *
Η Σεραΐνα επέζησε δέκα ή δώδεκα χρόνια, όσα αρκούσαν για να αναθρέψει τα τέκνα του Κουμπή. Αναπαύτηκε κι ετάφη έξω από το ναΐσκο του Αγίου Δημητρίου, σιμά στην πελώρια κοκκινομορέα και παρακάτω από τον τεράστιο σκίνο, κυρτό εν είδη καλύβας που απόσταζε δάκρυ λιβάνου και αντίκρυ στην ωραία και τόσο ζωηρή εικόνα του Αγίου, στο ανώφλι του ναού.
Όταν πήγαν μετά τρία χρόνια να σκάψουν για την ανακομιδή των λειψάνων της, λεπτό θεσπέσιο άρωμα σαν βασιλικού, μόσχου και ρόδου συγχρόνως, ανήλθε στους μυκτήρες του ιερέα, του εργάτη που έσκαβε, της Λελούδας και δύο άλλων παριστάμενων γυναικών.
Τα κόκκαλά της είχαν ευωδιάσει.

 Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

TO ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΡΦΕΩΝ 2