Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2021

Τραγούδια του Θεού

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1908
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

Με είχε καλέσει ο καλός φίλος μου, ο κυρ Στέφανος Μ. στο σπίτι του την ημέρα του Πάσχα, για να συμφάγωμε την ώρα του προγεύματος περί τις δέκα, από συγκατάβαση και ευσπλαχνία, για να κάνω κι εγώ μετά τόσα χρόνια Πάσχα… οικιακό, έρημος και ξένος στα ξένα.
Ευχάριστο και θαλπερό ήταν το εσωτερικό του σπιτιού του, όπως επίσης και η πλατιά αυλή, με τη διάπλατη πόρτα και τους στάβλους των αλόγων και την πρασινάδα και τις γλάστρες με τα άνθη, την οποία διέσχισα για να εισέλθω.
Η οικογένειά του, η γριά Μαρία η σύζυγός του, αφελής και αρχαϊκή, ο γιος του, αμόρφωτος και άπλαστος, καλός αμαξηλάτης και ο αδελφός του, στιβαρός, γεροντοπαλλήκαρο, τραχύς και φιλαλήθης.
Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα, τέλεια αντιπρόσωπος της νέας γενιάς, κεντήτρια, ζωγραφίνα και θεατρίνα. Αλλά όμως κι αυτή αφελής και απλή στο πρόσωπο και τους τρόπους. 
Είχε μία κόρη επτά ετών, τη Μαρία, πάντοτε χαμογελαστή και ανοιχτόκαρδη και ένα χαριτωμένο ξενικό πλάσμα, την Τοτώ, ξανθή, γαλανόμορφη και αγγελοθωρούσα.
Η μικρή Τοτώ, δεν ξέρω ακριβώς πως είχε πέσει στα χέρια της και αποτελούσε μέρος της οικογένειας. Φαίνεται, ότι κάποια ξένη Γαλλίδα, παιδαγωγός ή διδασκάλισσα σε πλούσιο σπίτι, είχε πέσει στα δίκτυα κανενός επιτήδειου και είχε συλλάβει το μαγικό τούτο χρυσόψαρο της δεξαμενής, για να πλεύσει στο πέλαγος του αγνώστου, εάν δεν έμελλε ποτέ να πετάξει στον αιθέρα του αχανούς.
Έπειτα, την περιπλανώμενη μητέρα, που δεν είχε κτίσει τη φωλιά της ποτέ, την πήραν άλλοι άνεμοι και τη μετακόμισαν, ποιος ξέρει που, σε άλλα κλίματα.
Βρήκε θέση καλύτερη αλλού και ταξίδεψε και εμπιστεύθηκε το έμψυχο κειμήλιο αυτό, στα χέρια της Ρηνούλας, όπως την είχε εγκαταλείψει κι αυτήν ο πλανευτής, ο οποίος την στεφανώθηκε και ανέθρεψε εκείνη το τέκνο της και έμεινε ζωντοχήρα και δέχθηκε ως έρμαιο το ξένο βρέφος αυτό, ίσως επειδή αισθανόταν μικρό θησαυρό φιλοστοργίας στα στήθη της.
Πόση είναι η δύναμη της επιρροής και αν η Ρηνούλα είχε γοητεία και μάτι επιβάλλον για να ανατρέφει παιδιά, το αισθάνθηκα την ημέρα εκείνη του Πάσχα, όταν η μικρή Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνών περίπου, άρχισε έξαφνα να κλαψουρίζει εκεί που την είχαν βάλει να φάει, για μία μικρή παράλειψη. Η Ρηνούλα στράφηκε προς τη μικρή και της είπε απλώς με τον τρόπο και με το βλέμμα που αυτή ήξερε:
― Faut pas pleurer!  Δεν πρέπει να κλαις.
Κι η μικρή λούφαξε σαν από θαύμα.
Όταν αποφάγαμε και τσουγκρίσαμε τα κόκκινο αυγά και είχαμε αδειάσει τα τρία τέταρτα της «χιλιάρας» ―ήταν ωραίο ρετσινάτο, όλο άρωμα και αφρός― αφού έψαλε ο γέρων Φίλιππος το «Χριστὸς ανέστη» (ο κυρ Στέφανος δεν ήξερε άλλο να ψάλει παρά μόνο το, «Ψήσου γίδα ψήσου και ροδοκοκκινίσου»), θέλησα κι εγώ να πω το «Αναστάσεως ημέρα», το αλέγρο, τον πρώτο δηλαδή ειρμό του Κανόνος της ημέρας, όχι το τελευταίο το δοξαστικό, το αργό.
Μόλις άνοιξα τὸ στόμα μου και πρόφερα
«Αναστάσεως ημέρα,
Λαμπρυνθώμεν, λαοί.
Πάσχα Κυρίου, Πάσχα…»
Η μικρή Τοτώ, κοιτάζοντας προσηλωμένα προς εμένα, άφησε ακράτητο επιφώνημα χαράς κι έλαμψε το προσωπάκι της, τα ματάκια της, το στόμα της, τα μάγουλά της, όλα μόρφασαν και χαμογέλασαν, ανείπωτο χαμόγελο αγαλλιάσεως. 
Το πράγμα μου προξένησε αίσθηση. Φαίνεται πράγματι, ότι έχουν ανείπωτο άρωμα και κάλλος μαρτυρούμενο «εκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων», αυτά τα εμπνευσμένα άσματα της Αγίας Εκκλησίας μας.
Συγχρόνως η Μαρία με παιδική χαρά κι αυτή, είπε.
―Αυτά δεν είναι τροπάρια που ψέλνετε, κύριε.
―Αλλά τι είναι, κορίτσι μου; ρώτησα.
―Αυτά είναι σαν γλυκὰ-γλυκὰ τραγουδάκια.
***
Τούτο μου θύμισε μία άλλη μικρή κορασίδα, την Κούλα (Αγγελική) του φίλου μου του Νικόλα του Μπούκη.
Απλός μανάβης ή οπωροπώλης  ήταν ο άνθρωπος, αλλά είχε λάβει εκ Θεού για τη φιλοξενία του, την ευλογία του Αβραάμ.
Το μικρό σπίτι του, ήταν ξενώνας για τους φίλους και τους περαστικούς, για τους εκλεκτούς και τους τυχόντες.
Είχε απολύσει η λειτουργία μετά την παννυχίδα στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου και την ώρα του αντίδωρου, η γυναίκα του Μπούκη, του φίλου μου, ακολουθούμενη από τη μικρή κόρη της, την Αγγελικούλα, με πλησίασε στο στασίδι, για να μου υπενθυμίσει, ως συνήθως, ότι έπρεπε να πάω στο γεύμα.
Τότε η μικρή παιδούλα (ήταν ως εννέα ετών, ρόδινη και καστανή και την είχαν υιοθετήσει από το βρεφοκομείο, γιατί ήταν άτεκνο το ανδρόγυνο, αλλά αυτή το αγνοούσε), με χαιρέτησε και μου λέει:
―Εσύ, μπαρμπ᾿- Αλέξανδρε, ψέλνεις τα τραγούδια του Θεού.
Τραγούδια του Θεού!!!
Έκτοτε η μικρή με άκουε να ψάλλω συνεχώς «Τραγούδια του Θεού», στον πενιχρό νυκτερινό ναΐσκο, όπου σύχναζε τακτικά με τη μητέρα της.
Κοιμόταν μέσα στο στασίδι, στον γυναικωνίτη, την ώρα των αποστίχων, ξύπναγε μετά δύο ώρες στον Πολυέλεον κι έκτοτε δεν ήθελε να κοιμηθεί πλέον.
Ήταν μία μετά τα μεσάνυχτα.
Εκείνη τη μέρα, ήταν 8η Σεπτεμβρίου, είχα ψάλει το «Χαῖρε σεμνὴ μῆτερ καὶ δούλη Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ». 
Μετά έξι ημέρες με άκουσε η μικρή να ψάλλω το «Αγαλλιάσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα».
Και την ημέρα του Θεολόγου, έψαλα το «Φίλε μυστικέ, Χριστού επιστήθιε». 
Και του Αγίου Δημητρίου έψαλα τὸ «Δεύρο Μάρτυς Χριστού προς ημάς». 
Και των Εισοδίων έψαλα το «Διανέμοις των χαρισμάτων».
Και του Αγίου Νικολάου έψαλα «Την Ζωοδόχον πηγὴν την αέναον» και «Της Εκκλησίας τα άνθη περιιπτάμενος». 
Και τα Χριστούγεννα έψαλα το «Θεὸς ων εἰρήνης». Και του Αγίου Βασιλείου το «Δεύτε του Δεσπότου τα ένδοξα Χριστού ονομαστήρια» και το «Σου την φωνὴν έδει παρείναι, Βασίλειε». Και των Φώτων έψαλα το «Ιησούς ο ζωής αρχηγός». Και της Υπαπαντής έψαλα το «Χέρσον αβυσσοτόκον». Και του Ευαγγελισμού το «Ως εμψύχῳ Θεού κιβωτώ». Και του Αγίου Γεωργίου το «Ανέτειλε το έαρ», και της Αναλήψεως το «Θείω καλυφθείς». Και της Πεντηκοστής το «Παράδοξα σήμερον». Και των Αγίων Αποστόλων, έψαλα το «Σε την υπερένδοξον νύμφην» και το «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρού καύχημα φέρων, συ την πολυέραστον θείαν αγάπησιν». Και της Μεταμορφώσεως έψαλα το «Προ του Σταυρού σου, Κύριε, όρος ουρανὸν εμιμεῖτο». Και εις την μνήμην της Παναγίας, έψαλα τα θεσπέσια εκείνα κελαδήματα, το «Πεποικιλμένη» και το «Νενίκηνται» και το «Συνέστειλε χορὸς των Αποστόλων, το Θεοδόχον σῶμα σου, εις οὐρανίους θαλάμους προς τον υιὸν εκφοιτῶσα». Και εις την αποτομὴν τού Προδρόμου, έψαλα το «Φρίττουσι πάθη των βροτῶν» και τόσα άλλα. 
Και η μικρή κόρη τα αισθανόταν και τα ποθούσε και τα χαρακτήριζε, με αγγελικό αίσθημα, ως «τραγούδια του Θεού».
***
Έκτοτε απουσίασα από την Αθήνα. 
Είχα θυμηθεί τους πτωχούς οικείους στη μικρή πατρίδα μου, μακριά απ΄ την οποία είχα ζήσει, εκτός μικρών διαλειμμάτων, πάνω από το μισό της ζωής μου.
Όταν τέλος με είχαν βαρεθεί κι εκεί, τόλμησα μετά τρία χρόνια, να ξαναγυρίσω στην πρωτεύουσα, με την αμυδρή ελπίδα, ότι δε θα γινόμουν και πάλι βαρετός στους φίλους μου.
Αφού κρύφτηκα επὶ μια εβδομάδα σε κάποιο ταπεινό ξενώνα, πήγα λαθραία ένα πρωί, να ανταμώσω το φίλο μου, το Νικόλα το Μπούκη. Αλλοίμονο! τι έμαθα; Η μικρή Κούλα, η οποία διήγε τώρα το ενδέκατο έτος της ηλικίας της, ήταν άρρωστη βαριά. Είχε δέκα μέρες στο κρεβάτι και ο γιατρός είπε ότι ήταν κακός πυρετός, ίσως τυφοειδούς φύσεως.
Πήγα κατ᾿ ευθείαν από το οπωροπωλείο, όπως με προέτρεψε ο Νικόλας, για να βοηθήσω με λόγια και να ενθαρρύνω τη μητέρα.
Η πτωχή, που την αγαπούσε σαν να ήταν γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως και περισσότερο, χάρηκε άμα με είδε, έπειτα μου έδειξε το κρεβάτι.
Η μικρή Κούλα ήταν ισχνή, κάτωχρη, εμπύρετη και ήταν σχεδόν αναίσθητη στο κρεβάτι. 
Είπα στη μητέρα τα συνήθη λόγια της παρηγοριάς και της ενθάρρυνσης και έμεινα δυο ώρες εκεί.
Έπειτα επανήλθα πάλι το δειλινό και τη νύκτα και το άλλο πρωί.
Η Κούλα πήγαινε χειρότερα. Έπειτα, την τρίτη μέρα, φάνηκε να είχε βελτιωθεί κάπως και αισθανόταν.
Η μητέρα της μου είπε να πλησιάσω και να της μιλήσω.
― Περαστικά, Κούλα. Δεν έχεις τίποτα, κορίτσι μου.
―Α! μπάρμπα-Αλέξανδρε, ψέλλισε ασθενικά.
Πότε θα μου πεις πάλι τα θεία… τραγούδια;
―Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γίνει αγρυπνία στον Άγιο Ελισσαίο να έλθεις, να σου τα πω.
― Να μου τα πεις. Μα θα τ᾿ ακούσω;
―Άμα προσέχεις, θα τ᾿ ακούσεις…
― Ωχ!
Στέναξε, έκλεισε τα μάτια και δε μου μίλησε πλέον.
Φαινόταν ότι είχε πολύ κουραστεί (έφερε με δυσκολία το ισχνό χέρι προς το αυτί ενώ ψέλλιζε. Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρηκοΐα ένεκα της νόσου).
Της έφεραν χρίσμα, λάδι από την καντήλα.
Αυτή ανέλαβε προς στιγμή τις αισθήσεις της και ψιθύρισε:
― Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία.
Θα πλέψω καλά.
***
Μετά τρεις ημέρες, τη συνοδεύσαμε στον τάφο.
Οι επαγγελματικοί ιερείς και οι ψάλτες, έψαλλαν τα κατά συνθήκη, από την «Άμωμον οδὸν» έως τον «Τελευταίον ασπασμόν».
Μόνο ο παπα-Νικόλας απ’ τον Άι-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, φαινόταν ότι έκανε χωριστή ακολουθία, μουρμούριζε μέσα του και τα μάτια του φαίνονταν δακρυσμένα.
― Τι μουρμουρίζεις, παπά; του είπα, από πίσω απ’ το στασίδι που είχα ακουμπήσει.
― Λέγω την ακολουθία των Νηπίων μέσα μου, είπε ο παπα-Νικόλας.
Σε αυτό το άκακο αρμόζει η κηδεία των νηπίων.
Πράγματι κι εγώ, με όλο τον πόνο και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθεί εκείνη τη στιγμή την ακολουθία των νηπίων και  ακούσια έλεγα μέσα μου τα τραγούδια του Θεού:
«Των του κόσμου ηδέων αναρπασθὲν άγευστον» και «ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιὰς επουρανίους έσωσας» και «του Αβραάμ, εν κόλποις, εν τόποις ανέσεως, ένθα τὸ ύδωρ εστὶ το ζων, τάξαι σε Χριστὸς ο δι᾿ ημάς νηπιάσας» και «οις αριθμοίς το πλάσμα σου, νήπιον φοιτήσαν τανύν προς σε».
Και αντί του «Δεῦτε τελευταῖον…», 
«Ω, τις μη θρηνήσει, τέκνον μου. Ότι βρέφος άωρον εκ μητρικῶν αγκαλών νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος επέτασας».
Και ακροτελεύτιο, ύστερα από τόσα και τόσα τραγούδια του Θεού, τα οποία προ τριών ημερών είχε προφητεύσει, ότι δεν θα εδύνατο να τα ακούσει, το «Άλγος τω Αδάμ εχρημάτισεν, η του ξύλου απόγευσις πάλαι εν Εδέμ, ότε όφις ιόν εξηρεύξατο».
Αλλά τα άκουγε τάχα η αγνή ψυχή, αν ο άγγελός της, της επέτρεπε να περιίπταται εκεί γύρω;
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

 

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

Το ψοφίμι


Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1906
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

― Παρακαλώ κύριε αστυφύλακα, εδώ απάνω στο φράχτη, κοντά στο δρόμο, έχουν ρίξει ένα ψοφίμι, ένα μεγάλο σκυλί…
Με τέτοια ζέστη, Ιούλιο μήνα… Θα μας κολλήσει πανούκλα όλους εδώ… Ίσα-ίσα στο ψήλωμα, εδώ, που είν᾿ εξοχικό μέρος… όπου έρχονται οι άνθρωποι να πάρουν λίγον αέρα καθαρό!...
Ο ομιλών - ο κύριος Α. - ήταν παχύμισθος υπάλληλος της Κυβερνήσεως. Το δημόσιο του έδινε, για τις υπηρεσίες του, πάνω από τριακόσιες δραχμές το μήνα. Αλλά τις δραχμές αυτές τις θεωρούσε ως ιερές και δεν αποφάσιζε να διαθέσει λεφτά για ένα φτωχό λούστρο, για να σκάψει λάκκο και να θάψει το ψοφίμι. 
Τέτοια θυσία θα του φαινόταν ίσως μάλλον ιεροσυλία.
Το δε σπίτι του βρισκόταν πολύ κοντά εκεί και ήταν ο πρώτος ενδιαφερόμενος.
Οπότε απευθύνθηκε στον υπ’ αριθμόν 3 χιλιάδες τόσα αστυφύλακα.
Ο αστυφύλακας φορούσε λευκά και σύχναζε στο πλησίον καφενεδάκι. Απάντησε δε πολύ πρόθυμα και φιλόφρονα:
― Μάλιστα, τώρα, να πούμε σε ένα αστυφύλακα - μπορώ να πάω κι εγώ - να πάρει κι ένα σκουπιδιάρη, να πάνε να το πετάξουν από κει.
Και κάθισε στο καφενεδάκι, για να διαβάσει τα νέα της ημέρας.
Εντωμεταξὺ ο κύριος Α. απευθύνθηκε, επειδή έλειπε ο καφετζής, προς τον υπάλληλο του καφενείου και του είπε:
― Δεν σας ήρθε σας η βρώμα;… 
Ειπὲ του κυρ Τάσου (το όνομα του καφετζή) να λάβει τα μέτρα του… δια να μην αρρωστήσει όλος αυτός ο κόσμος που έρχεται να πάρει τον αέρα του εδώ επάνω.
Ο μικρός υπάλληλος κούνησε το κεφάλι, σαν να ήθελε να πει:
«Δεν βαριέστε. Και ποιος θα φροντίσει;  Ότι φροντίσατε σεις, ο πρώτος που ανακαλύψατε αυτό το σπάνιο φαινόμενο».
Ο αστυφύλακας, σαν να κεντρίσθηκε από τη δεύτερη αυτή αναψηλάφηση του ζητήματος, σηκώθηκε, κοίταξε τριγύρω και ευτυχώς είδε μακριά ένα συνάδελφό του, που περπατούσε σε ένα πλαγινό δρόμο.
Τον φώναξε κι εκείνος ήλθε.
― Να σου πω, του λέγει: πας στο Τμήμα, να πεις του σκοπού, να πει του σταθμάρχη, να στείλει έναν αστυφύλακα, να βρει ένα σκουπιδιάρη, να πάνε εδώ παραπάνω, που λέει ο κύριος εδώ…  είν᾿ ένα σκυλί ψόφιο… να το πάρουν απ᾿ εκεί, να το πετάξουν πουθενά;
― Καλά… Και ο δεύτερος αστυφύλακας κινήθηκε αργά, κατεβαίνοντας το δρόμο.
Τη νύκτα, όταν ο κ. Α. αποσυρόταν για να πάει στο σπίτι, στο φως της σελήνης, έστρεψε τα μάτια και τη μύτη προς το μέρος που είχε δει το δυσάρεστο πράγμα το πρωί. 
Το ψοφίμι ήταν ακόμη εκεί, αναδίδοντας λοιμώδη οσμή. 
Ο άνθρωπος, με μεγάλη αδημονία, έκλεισε τα παράθυρά του και κοιμήθηκε.
Το άλλο πρωί, στο μικρό καφενείο βρήκε πάλι τον
αστυφύλακα.
― Δεν εκάματε τίποτε για το ψοφίμι που σας είπα;
― Μάλιστα, έστειλα είδηση στο σκοπό… ν᾿ αναφέρει στο σταθμάρχη… να στείλει ένα αστυφύλακα - μπορούσα να πάω κι εγώ - να πάρει ένα σκουπιδιάρη, να παν να λάβουν μέτρα… Και δεν το πέταξαν;
― Πεταμένο είναι από προχθές, μάλλον έπρεπε να το θάψουν.
― Ας είναι, θα φροντίσω, τώρα πάω στο Τμήμα.
Το βράδυ, όταν ο κυβερνητικός υπάλληλος γυρνούσε στο σπίτι του, το ψοφίμι ήταν πάντοτε εκεί, δηλητηριάζοντας τον αέρα με τη δυσωδία του.
Το πρωί, ο κ. Α. προς τον πρώτο αστυφύλακα:
― Μα δεν έγινε τίποτε για το ψοφίμι… Ζήτημα, βλέπω, κατάντησε κι αυτό… Καλά που δεν συνεδριάζει πλέον η Βουλή, δια να γίνει επερώτηση…
― Τί; Δεν το σήκωσαν από κει; Περίεργο! Εγώ έλαβα μέτρα.
Ας είναι, ησυχάσατε. Σήμερα, χωρὶς άλλο. Πάω επίτηδες να τους πιέσω, να στείλουν ένα αστυφύλακα - μπορώ να πάω και μόνος μου - με ένα σκουπιδιάρη…
Την επομένη νύκτα, ακόμη το ψοφίμι ήταν εκεί.
Ευτυχώς είχε συννεφιάσει και άστραφτε ραγδαία προς τον μαΐστρο, στα ΒΔ του ορίζοντα. 
Ο κ. Α. μόλις πρόλαβε να φθάσει στο σπίτι, να κλείσει τα παράθυρα κι ενέσκηψε σφοδρότατη θύελλα, άνεμος και βροχή, δροσιστική και παρήγορη.
Το πρωί, ανάμεσα στο αλλοιωμένο υγρό έδαφος, μόλις φαίνονταν πλέον τα ίχνη του ψόφιου σκύλου, λίγα μόνο γυμνά κόκκαλα του σκελετού, η ραγδαία βροχή είχε παρασύρει τις σάπιες σάρκες και είχε διαλύσει τη δυσοσμία.
Κι έτσι δεν έγινε επερώτηση στη Βουλή.
Μόνο έγινε χρονογράφημα σε εφημερίδα.
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

 

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2021

Το Χριστόψωμο


Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1887
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

Μεταξύ των πολλών δημωδών τύπων, τους οποίους θα έχουν να εκμεταλλευθούν οι μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπή θέση κατέχει η κακή πεθερά, όπως και η κακή μητρυιά.
Για τη μητρυιά, θα αποπειραθώ να αναφερθώ μια άλλη φορά, προς περαιτέρω μάθηση των αναγνωστών μου.
Για μια κακή πεθερά σήμερα ο λόγος.
- Σε τι έφταιγε η άτυχη νέα Διαλεχτή, έτσι ονομαζόταν, η θυγατέρα του μπαρμπα-Μανώλη απ’ την Κασσάνδρα, που μετανάστευσε κατά την Ελληνική Επανάσταση σε ένα από τα νησιά του Αιγαίου.
Σε τι έφταιγε αν ήταν στείρα και άτεκνη;
Είχε παντρευτεί πριν επτά χρόνια, έκτοτε δύο φορές πήγε στα λουτρά της Αιδηψού, πέντε φορές της έδωσαν να πιει διάφορα βότανα, μάταια, η γη έμενε άγονη. Δύο ή τρεις γύφτισσες της έδωσαν να φορέσει θαυματουργά φυλαχτά στις μασχάλες, λέγοντάς της, ότι τούτο ήταν το μόνο μέσον, για να γεννήσει και μάλιστα γιο.
Τέλος, ένας καλόγηρος Σιναΐτης, της δώρισε ένα αγιασμένο κομπολόγι, λέγοντάς της να το βαπτίζει και να πίνει το νερό.
Όλα μάταια.
Τέλος, μετά την απελπισία ήλθε και η ανάπαυση της συνείδησής της και δε νόμιζε τον εαυτό της ένοχο.
Το ίδιο όμως δεν νόμιζε και η γριά Καντάκαινα, η πεθερά της, η οποία επέρριπτε στη νύφη της, το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγονού για τα γεράματά της.
Είναι αλήθεια, ότι ο σύζυγος της Διαλεχτής, ήταν το μόνο τέκνο της γριάς αυτής και αυτός δε, συμμεριζόταν την πρόληψη της μητέρας του εναντίον της συμβίας του. 
Αν δεν γεννούσε η σύζυγός του, η γενιά χανόταν.
Περίεργο δε είναι, ότι κάθε Έλληνας της εποχής μας, ιερότατο θεωρεί χρέος και υπέρτατη ανάγκη τη διαιώνιση του γένους του.
Κάθε φορά που ο γιος της επέστρεφε απ’ το ταξίδι του, γιατί είχε βρατσέρα και ήταν τολμηρότατος στην ακτοπλοΐα, η γριά Καντάκαινα ερχόταν σε προϋπάντησή του, τον οδηγούσε στο σπίτι της, του μιλούσε, τον κατηχούσε, του έβαζε μαναφούκια και μετά τον έστελνε στη γυναίκα του. 
Και δεν έλεγε τα ελαττώματά της, αλλά τα αυγάτιζε, δεν ήταν μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα η νύφη της, τούτο δεν αρκούσε, αλλά ήταν άπαστρη, απασσάλωτη, ξετσίπωτη κ.λπ.
Όλα τα είχε, «η ποίσα, η δείξα, η άκληρη».
***
Ο καπετάν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τα άκουγε όλα αυτά, η φαντασία του φούσκωνε και βγαίνοντας έπειτα, συναντούσε τους συναδέλφους του ναυτικούς, άρχιζαν τα καλωσόρισες, καλώς σας ηύρα, έπινε επτά ή οκτώ ρούμια και με τριπλή σκοτοδίνη, την από τη θάλασσα, την απ’ τη γυναικεία διαβολή και την απ΄τα ποτά, πήγαινε στο σπίτι και βάρβαρες σκηνές συνέβαιναν τότε μεταξύ αυτού και της συζύγου του.
Έτσι είχαν τα πράγματα, μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων του έτους 186...
Ο καπετάν Καντάκης, προ πέντε ημερών είχε πλεύσει με τη βρατσέρα του στο απέναντι νησί, με φορτίο αμνών και εριφίων και ήλπιζε, ότι θα γιόρταζε τα Χριστούγεννα στο σπίτι του.
Αλλά το λογαριασμό τον έκανε χωρίς τον ξενοδόχο, δηλαδή χωρίς τον Βοριά, ο οποίος φύσηξε αιφνιδίως άγριος και έκλεισαν όλα τα πλοία στους όρμους, όπου βρέθηκαν.
Είπαμε όμως, ότι ο καπετάν Καντάκης ήταν τολμηρός σχετικά με την ακτοπλοΐα. Κατά το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, ο άνεμος μετριάσθηκε λίγο, αλλά παρόλα αυτά εξακολουθούσε να πνέει.
Τα μεσάνυκτα πάλι δυνάμωσε.
Μερικοί ναυτικοί στην αγορά στοιχημάτιζαν, ότι, αφού κατέπεσε ο Βοριάς, ο καπετάν Καντάκης θα έφθανε περί τα μεσάνυχτα.
***
Η σύζυγός του όμως, δεν ήταν εκεί να τους ακούσει και δεν τον περίμενε. Αυτή δέχθηκε μόνο περί το απόγευμα την επίσκεψη της πεθεράς της, που ήταν ασυνήθιστα φιλόφρων και χαμογελαστή και της ευχήθηκε το απαραίτητο «καλό δέξιμο» και για χιλιοστή φορά το στερεότυπο «μ' έναν καλό γιο».
Και όχι μόνον τούτο, αλλά της πρόσφερε και ένα χριστόψωμο.
- Το ζύμωσα μοναχή μου, είπε η θεια Καντάκαινα, με γεια να το φας.
- Θα το φυλάξω ως τα Φώτα, για ν' αγιασθεί, είπε η νύφη.
- Όχι, όχι, είπε με αλλόκοτη σπουδή η γριά, το δικό της φυλάει η κάθε μια νοικοκυρά για τα Φώτα, το πεσκέσι τρώγεται.
- Καλά, απάντησε ήρεμα η Διαλεχτή, εσύ ξέρεις καλύτερα.
Η Διαλεχτή ήταν αγαθότατης ψυχής νέα, ουδέποτε μπορούσε να φαντασθεί ή να υποπτευθεί κάτι κακό.
«Πώς τό ΄παθε η πεθερά μου και μου έφερε χριστόψωμο», είπε στον εαυτό της και αφού έφυγε η γριά, κλείσθηκε στο σπίτι της και κοιμήθηκε μαζί με μια δεκαετή παιδίσκη γειτονοπούλα, η οποία της έκανε συντροφιά, οσάκις έλειπε ο σύζυγός της.
Η Διαλεχτή κοιμήθηκε πολύ νωρίς, γιατί είχε σκοπό να πάει στην εκκλησία τα μεσάνυχτα. 
Ο ναός δε του Αγίου Νικολάου, μόλις απείχε πενήντα βήματα από το σπίτι της.
***
Περί τα μεσάνυκτα κτύπησαν παρατεταμένα οι καμπάνες.
Η Διαλεχτή σηκώθηκε, ντύθηκε και ξεκίνησε για την εκκλησία.
Η κόρη που κοιμόταν μαζί της, ήταν συμφωνημένο, ότι μόνο μέχρι να σημάνει ο όρθρος θα έμενε μαζί της, οπότε την ξύπνησε και την οδήγησε κοντά στους αδελφούς της. 
Τα δύο σπίτια χωρίζονταν με κοινό τοίχο.
Η Διαλεχτή ανέβηκε στο γυναικωνίτη του ναού, αλλά μόλις πέρασε μισή ώρα και μια γυναίκα φτωχή και ανάπηρη, δυστυχής, η οποία υπηρετούσε σαν νεωκόρα της εκκλησίας, την πλησίασε και της λέει στο αυτί:
- Δώσε μου το κλειδί, ήλθε ο άντρας σου.
- Ο άντρας μου! αναφώνησε η Διαλεχτή έκπληκτη.
Και αντί να δώσει το κλειδί, έσπευσε να κατεβεί η ίδια.
Φτάνοντας στη σκάλα του σπιτιού, βλέπει το σύζυγό της κατάβρεχτο, να στάζει νερά και αφρό.
- Είμαι μισοπνιγμένος, είπε μουρμουρίζοντας, αλλά δεν είναι τίποτε.
Αντί να το ρίξομε έξω, το καθίσαμε στα ρηχά.
- Πέσατε έξω; ανέκραξε η Διαλεχτή.
- Όχι, δεν είναι σου λέω τίποτε. Η βρατσέρα είναι σίγουρη, με δυο άγκυρες αραγμένη και καθισμένη.
- Θέλεις ν' ανάψω φωτιά;
- Άναψε και δώσε μου ν' αλλάξω.
Η Διαλεχτή έβγαλε από την κασέλα ρούχα για το σύζυγό της και άναψε φωτιά.
- Θέλεις κανένα ζεστό;
- Δεν μ' ωφελεί εμένα το ζεστό, είπε ο καπετάν Καντάκης.
Κρασί να βγάλεις.
Η Διαλεχτή έβγαλε απ’ το βαρέλι κρασί.
- Πώς δεν φρόντισες να μαγειρέψεις τίποτε; είπε παραπονεμένος ο ναυτικός.
- Δε σε περίμενα απόψε, απάντησε με ταπεινότητα η Διαλεχτή.
Κρέας πήρα. Θέλεις να σου ψήσω μπριζόλα;
- Βάλε στα κάρβουνα και πήγαινε συ στην εκκλησιά σου, είπε ο καπετάν Καντάκης. 
Θα έλθω κι εγώ σε λίγο.
Η Διαλεχτή έβαλε το κρέας στην ανθρακιά, η οποία είχε σχηματισθεί ήδη και ετοιμαζόταν να υπακούσει στη διαταγή του συζύγου της, που ήταν και δική της επιθυμία, γιατί ήθελε να κοινωνήσει.
Σημειωτέο ότι τη φράση «πήγαινε συ στην εκκλησιά σου» την έβαψε ο Καντάκης όχι με ευχάριστη χροιά.
- Η μάννα μου δε θα τό΄ μαθε βέβαια ότι ήλθα, παρατήρησε αμέσως ο Καντάκης.
- Εκείνη είναι στην ενορία της, απάντησε η Διαλεχτή.
Θέλεις να της παραγγείλω;
- Παράγγειλέ της να έλθει το πρωί.
Η Διαλεχτή βγήκε. Ο Καντάκης την φώναξε πίσω ξαφνικά.
- Μα τώρα είναι τρόπος, να πας εσύ στην εκκλησιά και να με αφήσεις μόνο;
- Να μεταλάβω κι έρχομαι, απάντησε η γυναίκα.
***
Ο Καντάκης δεν τόλμησε να αντιμιλήσει, γιατί η απάντηση θα ήταν βλασφημία. Παρόλα αυτά όμως τη βλασφημία ενδόμυχα την πρόφερε.
Η Διαλεχτή φρόντισε να στείλει αγγελιοφόρο στην πεθερά της, ένα παιδί δώδεκα ετών της ίδιας εκείνης γειτονικής οικογένειας, της οποίας η θυγατέρα κοιμήθηκε το βράδυ κοντά της και επέστρεψε στο ναό.
Ο Καντάκης, ο οποίος πεινούσε τρομερά, άρχισε να καταβροχθίζει τη μπριζόλα. 
Καθισμένος οκλαδόν κοντά στο τζάκι, βαριότανε να σηκωθεί και ν' ανοίξει το ερμάρι για να πάρει ψωμί, αλλά αριστερά του πάνω απ’ το τζάκι, σε ένα μικρό σανίδωμα βρισκόταν το χριστόψωμο εκείνο, το δώρο της μητέρας του προς τη νύφη της.
Το έφθασε και το έφαγε ολόκληρο σχεδόν, μαζί με το ψημένο κρέας.
Περί την αυγή, η Διαλεχτή επέστρεψε απ’ το ναό, αλλά βρήκε την πεθερά της να περιβάλλει με το χέρι της το μέτωπο του γιού της και να κλαίει γοερά.
Ερχόμενη αυτή πριν από λίγες στιγμές, τον βρήκε κοκαλωμένο και χωρίς πνοή. Κοιτάζοντας γύρω, παρατήρησε ότι έλειπε το χριστόψωμο από το σανίδωμα της εστίας και αμέσως κατάλαβε τα πάντα.
Ο Καντάκης έφαγε το φαρμακωμένο χριστόψωμο, το οποίο η γριά στρίγγλα είχε παρασκευάσει για τη νύφη της.
Γιατροί επιστήμονες δεν υπήρχαν στο μικρό νησί.
Ουδεμία νεκροψία ενεργήθηκε.
Πίστεψαν, ότι ο θάνατος προήλθε εκ παγώματος συνεπεία του ναυαγίου. Μόνη η γριά Καντάκαινα ήξερε το αίτιο του θανάτου. Σημειωτέο, ότι η γριά, συναισθανθείσα και αυτή το έγκλημά της, δεν εμέμφθη τη νύφη της.
Αλλά τουναντίον την υπεράσπισε κατά της κακολογίας άλλων.
Εάν έζησε και άλλα κατόπιν Χριστούγεννα, η άστοργη πεθερά και ακούσια παιδοκτόνος, δε θα ήταν πολύ ευτυχής στα γεράματά της.
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1914
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

Όπως το διηγούνται, όσοι το έζησαν ως ενήλικες στην Αθήνα του 1870, ένας από τους νεκρούς ληστές στο Δήλεσι, που τους έφεραν στην Αθήνα το Μάιο, είχε πρόσωπο παράδοξα χαρωπό και γελαστό.
Την ώρα που τον τουφέκιζαν τα αποσπάσματα, το παλικάρι εκείνο της Ρούμελης, που παραμόνευε πίσω από πυκνούς θάμνους και βράχους, ίσως επειδή το ταμπούρι του, του φαινόταν πολύ ασφαλές, ποιος ξέρει τι είχε σκεφτεί ή τι σοβαρό είδε ή τι αστείο άκουσε από κάποιο γειτονικό σύντροφό του και γέλασε, όπως γελούν οι άνθρωποι.
Συγχρόνως, ακαριαία, του ήρθε το βόλι.
Τον βρήκε σε καίριο σημείο, στο λαιμό και τον άφησε στον τόπο.
Μετά από δυο μέρες, οι σκοτωμένοι, πέντε ή έξι, μεταφέρονταν στην Αθήνα. Στο πρόσωπο του νέου εκείνου, όλοι οι φρικιαστικοί περίεργοι, είδαν χαραγμένο το γέλιο.
Ούτε πρόφτασε ο ευτυχισμένος άνθρωπος να αισθανθεί την πικρία του θανάσιμου κτυπήματος, αλλά ο θάνατος του ήρθε μυστηριώδης, γλυκός, πριν τον πόνο.
***
Ο Γιάννης του Λέκκα, νέος είκοσι χρονών, φαινόταν να χαίρεται ιδιαίτερα, όταν του έλεγαν ότι θα ερχόταν εκείνο το χρόνο για να τον πάρει στρατιώτη το περιοδεύον Στρατιωτικό Συμβούλιο.
Άρχισε αμέσως να κάνει βήματα, λέγοντας «εν γυο, εν γυο» και ήταν όλος γέλια και χαρά. 
Αλλά όταν ήρθε πράγματι η Στρατολογική Επιτροπή, προς μεγάλη χαρά του Δημάρχου και έμειναν άλλοι στη Δημαρχία, άλλοι στο ξενοδοχείο – ο Θεός να το κάνει – και άλλοι στα σπίτια μερικών, ο Γιάννης, χωρίς να πάψει να γελά, έχασε την ενδόμυχη ευθυμία και το θάρρος και αρνήθηκε απότομα να παρουσιαστεί μπροστά στην Επιτροπή.
Στύλωνε τα πόδια του, στύλωνε το κορμί του, έκλαιγε και φώναζε, «δεν πάω, δεν πάω». Και όταν οδήγησαν τον υπίατρο στο σπιτάκι της Λέκκαινας και δοκίμασε να δει και να εξετάσει τον κληρωτό, ο Γιάννης έπεσε σε μια γωνιά, μαζεύτηκε, κουβαριάστηκε, σταύρωσε σφιχτά τα χέρια του, έσφιξε τον αφαλό του, λύγισε τα πόδια του με τα γόνατα ως τον αφαλό και αρνήθηκε να υποστεί την εξέταση του γιατρού.
Τέλος, η Επιτροπή αποφάσισε να τον κηρύξει «βλάκα» και να τον απαλλάξει χωρίς παραπέρα ενόχληση.
- Όμως ο Γιάννης, δεν έλειπε ποτέ από καμιά αγρυπνία στα ξωκλήσια, όταν πηγαίναμε στα πανηγύρια, κάνοντας αρχή από το ξεκίνημα της άνοιξης, μέχρι το τέλος του καλοκαιριού και μέχρι το στρώσιμο του φθινόπωρου και πριν μπει ο χειμώνας.
Πρώτα στην Παναγία της Αγαλιανούς, όπου η ψυχή μας μοσχοβολούσε λουλούδια και νάρκισσους και λευκά άνθη της αγράμπελης. Μετά στην Παναγία την […], όπου έτρεχε με μουρμούρισμα και ρόγχο το ρέμα της Ζωοδόχου, κάτω στους μυστηριώδεις καταρράκτες με τα κρεμάμενα πολυτρίχια και τους αναρριχώμενους κισσούς, μέσα από τους υγρούς
βράχους, στα πολύφυλλα γερμένα δέντρα.
Και στον Αϊ-Γιώργη, όπου οι τόσες νύφες του χωριού, που έρχονταν άλλες με τις βάρκες και άλλες από την ξηρά, έκαναν λιτανεία, στολισμένες με κεντητά μανίκια, μεταξωτές ποδιές και χρυσούς ποδόγυρους.
Και στα Πέντε Αδέλφια, όπου τα αγκαλιασμένα γέρικα δέντρα καλύπτουν τη βρύση και στεγάζουν το φτωχικό ναό με το θεσπέσιο άλσος τους.
Και στον Αϊ-Γιάννη το Μυρωδίτη, όπου τα τελευταία αηδόνια καλούσαν τα κοτσύφια να τα διαδεχθούν και το κελαρυστό νερό που ανέβαινε από το βαθύ Δασκαλειό, ανάβλυζε από τη ρίζα της γριάς βελανιδιάς, που με το θρόισμα των ανεμοδαρμένων φύλλων των κλαδιών της, διηγιόταν τις αναμνήσεις των αιώνων.
Πόσα οικογενειακά γλέντια είχαν γίνει παλιά, κάτω από το πυκνό φύλλωμα των κλαδιών της, πόσα άκακα ερωτικά ζευγάρια είχαν βρει κάποτε καταφύγιο στη σκιά της.
Και μετά στον Άγιο Ηλία και στον Άγιο Παντελεήμονα και στην Παναγιά την Πρέκλα και στην Παναγιά του Καρδάση και στην άλλη Παναγιά του Αραδιά και στον Αϊ-Γιάννη του Κάστρου και στον άλλο Αϊ-Γιάννη του Μετοχιού και στον Αϊ-Δημήτρη και στον Άι-Ασώματο του Αγγελή και τέλος, στην Παναγιά την Κουνιστριώτισσα, που όλη η σεμνότητα και όλη η χάρη, συνενώνονταν με γαλήνη και κάθε γόνατο έκλινε μπροστά στη θεία γαλήνια πολιούχο : 
«Διανέμοις των χαρισμάτων την σην γαλήνην, Θεοτόκε, την ψυχήν μου».
***
Όλα ευωδίαζαν άνοιξη και απλότητα και χαρά.
Ο Γιάννης έμπαινε στο παρεκκλήσι γελώντας, τον οδηγούσε η μάνα του -  χήρα με το μοναχογιό της - να «χαιρετίσει», δηλαδή να φιλήσει την εικόνα στο προσκυνητάρι, τη φιλούσε γελώντας, μετά πήγαινε στ’ αριστερά του χορού κι έστεκε δίπλα στην άκρη στο ανατολικό στασίδι, δυο βήματα από τη βόρεια πύλη, όπου οι γυναίκες έφερναν τυλιγμένα με πετσέτες τα πρόσφορα και έγραφαν τα ονόματα, δηλαδή τα έγραφε ο παπάς καθ’ υπαγόρευση, στέκοντας στο άνοιγμα της πόρτας, με το μολυβοκόντυλο, κρατώντας φύλλα διπλωμένου χαρτιού πάνω στο βιβλίο των Αποστόλων ή το Ψαλτήρι: 
«Γιώργο, Γιώργο και του πλοίου με τους συμπλέοντες,
Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ο παπάς έγραφε Ν.Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, άλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.) Κωνσταντή, Κωνσταντή (Κ.Κ.), συζύγου, τέκνων, γονέων και αδελφών αυτών».
Εκεί έστεκε ο Γιάννης και άκουγε γελώντας την υπαγόρευση των γυναικών, τις επαναλήψεις και το φίλημα του χεριού του παπά.
Τέλος, όταν άρχιζε η ψαλμωδία, ο Γιάννης εξακολουθούσε να γελά με τις αντιφωνίες των διάφορων νεαρών ψαλτών και με τις οξυφωνίες του παπά. Συνήθως άντεχε όρθιος για ώρες, μετά καθόταν στο σκαλοπάτι του Αγίου Βήματος κάτω από την τελευταία αριστερή εικόνα (που ήταν συνήθως του αγίου του ναού).
Η μάνα του, που τον είχε μοναχογιό, συχνά έταζε και παρακαλούσε τους αγίους «να τον κάνουν καλά». 
Όμως φαίνεται ότι αυτός ήταν αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πολλούς άλλους και οι άγιοι δεν έκριναν ότι συνέφερε να του δώσουν εκείνο που η μάνα του ονόμαζε «την υγειά του», δηλαδή την ελευθερία να κάνει κακουργήματα με επίγνωση.
***
Η ψαλμωδία συνεχιζόταν όλη τη νύχτα. Πενήντα ή εκατό άντρες και παιδιά – συνήθως είχαν παραφάει και είχαν παραπιεί – κοιμόνταν έξω, ανάμεσα στα σκίνα και οχτώ ή δώδεκα γυναίκες και τρεις γέροι στα στασίδια ή στις πλάκες του ναού, κοιμόνταν καθιστοί. Κάπου κάπου ακουγόταν το ροχαλητό του παπά μέσα απ’ το Άγιο Βήμα.
Ο ψάλτης μισονύσταζε κι έκανε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι κι ο γέρο-Δημητρός, ο νεωκόρος και επίτροπος των ξωκλησιών, χωρίς ο νους του ν’ αποσπάται απ’ το παγκάρι και τα κεριά, έπαιρνε «δυο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι.
Ο Γιάννης, άγρυπνος, δεν έπαυε να γελά.
***
Κάτω, στη μικρή πόλη, που ο Γιάννης ήταν η ευθυμία και η χαρά των σπιτιών, ο ίδιος γελούσε με περισσότερο θόρυβο απ’ όλους, όταν συναντούσε έναν από τους περιπλανώμενους του χωριού, σχεδόν ομοιοπαθή του ή το Ζαχαρία τον Κούκκο ή τον Τάσο το Νικολή ή το Ματώ από τον Απάνω Μαχαλά, τότε άνοιγε πραγματικά η καρδιά του.
Γελούσε ασυγκράτητα και δε μπορούσε «να μαζέψει το στόμα του».
Ήταν σαν να έλεγε: «Χαίρομαι, αδελφέ μου, που σε βλέπω τέτοιο, οι άλλοι που γελούν μαζί μας είναι πολύ χειρότεροι».
Και στα ξωκλήσια, κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας, συνήθως ερχόταν μετά τα μεσάνυχτα, πάντοτε ή ο γέρο-Δημήτρης ο Ηπειρώτης, ο νυχτοβάτης ή ο πάτερ Ιωακείμ, ο άστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλητος και ξεσκούφωτος. Όταν τον έβλεπε ο Γιάννης, αισθανόταν ιδιαίτερη ευθυμία και μελετούσε την όψη του. Ο Ιωακείμ στεκόταν στην άλλη γωνιά του τέμπλου, δεξιά και συνήθως του έδιναν οι ψάλτες να διαβάσει το Ψαλτήρι. Ο Γιάννης δε χόρταινε να τον κοιτάζει και γελούσε, γελούσε με ηδονή ανείπωτη.
Και όταν δεν ήταν πανηγύρι, ο Γιάννης με το γαϊδουράκι έτρεχε συνήθως στην εξοχή. Είχε η μάνα του μικρούς ελαιώνες και
χωραφάκια κι ο φτωχός νέος, φαίνεται ότι έκανε τις γεωργικές αγγαρείες και τις βοηθητικές εργασίες, με όλη την αδυναμία του.
Αλλά και τότε, όταν περνούσε από το ξωκλήσι, ξεπέζευε, έδενε στη ρίζα ενός θυμαριού το γαϊδούρι και έμπαινε στο εκκλησάκι.
Εκεί έβγαζε άναρθρες κραυγές, θέλοντας να μιμηθεί τους ψάλτες και κάποιες φορές έβαζε χέρι στα εικονίσματα και τα κατέβαζε κάτω για να τα ξεσκονίσει όπως ήθελε.
Άλλοτε έβγαζε τα πορτόφυλλα της Ωραίας Πύλης και άρχιζε να τα πελεκά με το κλαδευτήρι που είχε. Πότε τα έβαζε ξανά στη θέση τους, πότε τα άφηνε κάτω στο έδαφος, όπου τύχει.
***
Η Μαλάμω του μπαρμπα-Δημητρού, σύζυγος του Γιώργη του Πολύζου, ήταν απαράμιλλη στη θρησκευτική ευλάβεια.
Άλλη δεν ήταν σαν κι αυτή, να τρέχει διαρκώς σ’ όλα τα ξωκλήσια, ν’ ανάβει τα καντήλια, πότε με λάδι δικό της, πότε εκ μέρους άλλων πλουσιότερων γυναικών.
Είχε μεταφέρει στις πλάτες της πέντ’ έξι παλιοσάνιδα που της έδωσαν, για να επισκευάσει τη στέγη του ναού του Χριστού στο Κάστρο.
Η Μαλάμω, για ευκολία, τα ακούμπησε προσωρινά έξω από το Κάστρο, πριν από το φοβερό χάσμα της παλιάς γέφυρας, στο κάτω σκαλί της ιλιγγιώδους, φαρδιάς, κυκλικής και πλατιάς σκάλας.
Ήταν μεσοβδόμαδα.
Η Μαλάμω έλεγε μέσα της: «Χριστιανός δε θα βρεθεί να τα κλέψει».
Κι όμως βρέθηκε. 
Ψηλά από το μικρό ετοιμόρροπο καλύβι, εκεί που ήταν ένα παλιοχώραφο ανάμεσα στα ρουμάνια και έβοσκε πέντ’ έξι ψωραλέες γίδες ο Νικολός ο Μπασιόλης, παρατηρούσε για ώρα πολλή από μακριά, σαν να την κοίταζε στα μάτια και μουρμούριζε μεγαλόφωνα μέσα απ’ τα δόντια του:
«Πού να τα πάει αυτή, τρομάρα της, τα παλιοσάνιδα;»
Την επόμενη μέρα, η Μαλάμω είχε δουλειά στο σπίτι της, κάτω στο χωριό, τρεις ώρες δρόμο. Την τρίτη μέρα δεν ευκαιρούσε ο σύζυγός της, που ήταν λιγάκι χτίστης και αγωγιάτης και γεωργός. Την άλλη ήταν Σάββατο κι η Μαλάμω κατάφερε το σύζυγό της, να πάνε μαζί με το μουλάρι, να κουβαλήσει αυτός άμμο και ασβέστη από μια ανεμοδαρμένη έπαυλη, όχι πολύ μακριά απ’ το Κάστρο, να μπουν κουβαλώντας τα σανίδια που είχαν μείνει έξω, να φτάσουν στο ναό του Σωτήρα, αυτή να ασβεστώσει κι εκείνος ν’ ανεβεί στον τοίχο, πατώντας στις σκαλωσιές και στους πλαϊνούς τοίχους με τις φαγωμένες πέτρες, να καρφώσει τα σανίδια στο ξέσκεπο μέρος της στέγης και να τα σοβατίσει με το χαρμάνι που θα ζύμωνε με τα υλικά που επρόκειτο να μεταφέρει.
***
Φτάνουν στα πρόθυρα του Κάστρου, κοντά στο βάραθρο, κοιτάζει η Μαλάμω. 
Τα σανίδια έλειπαν. 
Έκανε πολλούς σταυρούς, απόρησε, αγανάκτησε.
– Το λοιπόν, πού τα ‘χεις τα σανίδια; ρώτησε ο Πολύζος.
– Εδώ τα είχα βαλμένα, στο κάτω σκαλοπάτι τ’ ακούμπησα.
– Πού είναι τα, λοιπόν;
– Πού ‘ν’ τα; Να κοπεί το χεράκι του όποιος τα πήρε.
– Δε σου ‘πα εγώ, ευλογημένη, να μην κάνεις μισές δουλειές;
Ή να περιμένεις έπρεπε ν’ αδειάσω να τα κουβαλήσω με το μουλάρι ή αφού τα ‘φερες, νά ‘κανες ένα κόπο να τα πας ως μέσα στην εκκλησιά.
– Και ποιος ξέρει αν δεν τα βρούμε μες στην εκκλησιά, είπε  η Μαλάμω, με εύκολο θάρρος για να παρηγορηθεί. 
Έλα Χριστέ μου, καμιά καλή χριστιανή θα ήρθε χτες προχτές να ανάψει τα καντήλια και τη φώτισ’ ο Θεός και τα κουβάλησε.
– Μακάρι!
Ο Πολύζος ξεφόρτωσε τα υλικά από το ζώο, έδεσε το ζώο του, ανέβασε με πολύ κόπο πρώτα το σάκο της άμμου και μετά τη σκάφη με τον ασβέστη στην ψηλή φοβερή σκάλα, μετά ανέβηκε η γυναίκα του με το καλαθάκι της που είχε λάδι, κεριά και λίγα τρόφιμα.
Μετά φορτώθηκε αυτή τον ασβέστη, ο άντρας της πήρε την άμμο και το καλαθάκι, πέρασαν τη σιδερένια πύλη και μπήκαν στο παλιό έρημο χωριό.
Μετά από δέκα λεπτά, έφτασαν μπροστά στην εκκλησιά.
Ξεφορτώθηκαν και κάθισαν να ξαποστάσουν.
Της φάνηκε της Μαλάμως, ότι άκουγε κάτι σαν χαλαρή και άρρυθμη ψαλμωδία μέσ’ από την εκκλησιά. 
Δεν πίστευε στ’ αυτιά της.
Πλησίασε στην πόρτα, την έσπρωξε.
Η πόρτα ήταν κλεισμένη από μέσα. 
Ακούγονταν τώρα πιο καθαρά οι παράφωνες ψαλμωδίες.
– Ωχ, Θε μου, τι να ‘ναι; είπε η Μαλάμω. 
Έλα, Πολύζο, να δεις και ν’ ακούσεις. 
Η πόρτα είναι κλειδωμένη από μέσα.
Πλησίασε ο άνθρωπος, χτύπησε, έσπρωξε με δύναμη. Μάταια.
Η πόρτα ήταν πράγματι μανταλωμένη.
– Τι πειρασμός είν’ αυτός, έκραξε η Μαλάμω χτυπώντας τα χέρια της.
Τα σανίδια λείπουν απ’ έξω, η πόρτα της εκκλησιάς κλειδωμένη κι ουρλιάσματα άχαρα ακούγονται από μέσα.
Τι να ‘ναι αυτό; 
Μπαίνουν τάχα και στις εκκλησιές πειρασμικά πράγματα;
Απ’ όλο αυτό το ακατανόητο βουητό του ήχου που ακουγόταν, η ακοή τους ξαφνικά ξεχώρισε δυο ή τρεις φορές τις λέξεις «Χριστός Ανέστη».
– Χριστός Ανέστη, επανέλαβε η Μαλάμω.
Κι ακόμα τώρα πέρασε η μεσοσαρακοστή.
Ήταν πράγματι το Σάββατο της τέταρτης εβδομάδας των Νηστειών.
– Μην πηγαίνει αλά φράγκα αυτός που είναι μέσα; 
Είπε ο Πολύζος.
– Στοιχειό θα είναι, ξορκισμένος οξαποδώ, απάντησε η Μαλάμω.
– Κανένας μουρλός θα είναι, είπε ο Πολύζος. Ας δούμε.
Μην είν’ εκείνος ο Γιάννης της Λέκκαινας;
Χτύπησε πάλι δυνατότερα την πόρτα. Μετά κοίταξε τον τοίχο κι έδειξε σχεδόν δυο οργιές πιο ψηλά το μικρό φεγγίτη με το χρωματιστό γυαλί, που φώτιζε την εκκλησία από τη δεξιά πλευρά.
– Να μπορούσα ν’ ανεβώ κει πάνω, είπε. 
Έλα βοήθα, Μαλάμω, να στοιβάξουμε πέτρες πολλές, να τις στερεώσουμε, για ν’ ανεβώ ως εκεί.
– Δε φωνάζουμε μια; είπε η Μαλάμω, αλλά δεν ακούστηκε ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
Άρχισαν να ξεκολλούν λιθάρια από τα ερείπια των παλιών σπιτιών εδώ κι εκεί. Όταν μάζεψαν αρκετά λιθάρια, άρχισε ο Πολύζος να τα στοιβάζει σε σωρό. Αλλά τότε ανέλπιστα ακούστηκε ο κρότος του μάνταλου ή μοχλού που σέρνεται κι ένα δυνατό γέλιο ακούστηκε στο άνοιγμα της πόρτας.
Ήταν πράγματι ο Γιάννης του Λέκκα.
Υποδέχτηκε με παιδικά γέλια τη γυναίκα και τον άντρα της.
– Α! Εσύ ‘σαι, μωρέ μαγεμένε! είπε η Μαλάμω, γιατί δεν ακούς τόση ώρα που σε φωνάζουμε;
Ο Γιάννης απάντησε με νέα γέλια.
Κοίταξαν προς την πόρτα και είδαν μέσα.
Ο Γιάννης είχε ανάψει στα μανουάλια όλα τ’ απόκερα, όσα είχε βρει εκεί, είχε χύσει το λάδι απ’ τα καντήλια, είχε αδειάσει όλο το λαδικό που βρήκε στο ντουλάπι της βορειοδυτικής γωνιάς, είχε κατορθώσει ν’ ανάψει σαν πυροφάνι μόνο δυο καντήλια από τα επτά οκτώ μπροστά στο τέμπλο και στο προσκυνητάρι κι ευχαριστιόταν ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη», όπως αυτός ήξερε.
Είχε βαρεθεί τη Σαρακοστή, λαχταρούσε το Πάσχα και άρχισε να το γιορτάζει προκαταβολικά.
Αφού γέλασε αρκετά, η Μαλάμω έσβησε τ’ απόκερα, προσπάθησε να σκουπίσει τα χυμένα λάδια και μετά σκεφτόταν ν’ αρχίσει το ασβέστωμα. 
Είχε ήδη λησμονήσει τα χαμένα σανίδια.
Αλλά ο Πολύζος είπε :
– Και πού ειν’ τα σανίδια, Μαλάμω;
– Πού ‘ν’ τα, μαθές; απάντησε η γυναίκα.
Τυχαία και δίχως να ελπίζει η γυναίκα στράφηκε στο φτωχό παιδί και τον ρώτησε :
– Μην είδες, Γιάννη, τα σανίδια πουθενά;
Το άκακο παιδί απάντησε μόνο.
– Κουβάλας.
Αυτός πράγματι είχε συναντήσει το Γιάννη προχτές, την ώρα που κουβαλούσε τα κλοπιμαία. Του έδωσε δυο ξυλιές προκαταβολικά και τον φοβέρισε να μη μαρτυρήσει τίποτε.
Ο Γιάννης απάντησε με το παγωμένο γέλιο του.
Είχε ξεχάσει και τις ξυλιές και τη φοβέρα.
Την επόμενη μέρα βρήκε η Μαλάμω τα κλοπιμαία.
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

  

Το Τυφλό σοκάκι

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1906
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

Καλό κι αγαπημένο ανδρόγυνο ήταν ο Γιάννης ο Ζουγράκης κι η Ρηνούλα της Κοφινούς.
Λίγο μετά το γάμο, αφού μετακομίσθηκαν την παραμονή, με τοποθετημένα σε τάξη, πάνω σε δύο αμάξια τα προικιά της νύφης - καθρέπτες και κομά και μεταξωτά παπλώματα απλωμένα πάνω στην άμαξα - και αφού παρέλασαν την Κυριακή επάνω σε είκοσι περίπου αμάξια οι καλεσμένοι, πληρώνοντας καθένας το αγώγι του, κατά το έθιμο και μετά απ΄ αυτές τις δύο παρελάσεις, έμεινε ακόμη η νύφη στο σπίτι της μητέρας και μετά τη θρησκευτική τελετή του γάμου.
Τέλος, ο κοσμικός γάμος τελέστηκε μία Κυριακή μετά το Πάσχα και το νεαρό ανδρόγυνο κατοίκησε σε ένα «δρόμο που δεν βγαίνει», λίγο παρακάτω από την κεντρική πλατεία της λαϊκής συνοικίας.
Εκεί μέσα, λίγες οικογένειες κατοικούσαν και όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους.
Υπήρχε και ένας μπεκιάρης, άγαμος εκεί, που κατοικούσε αντίκρυ απ΄ το σπίτι του Ζουγράκη.
Ήταν ο Ηλίας ο Ξίδερης, μαραγκός κι έκαμνε τον τραγουδιστή.
Αποτελούσε μέρος χορού σε μία εκκλησία, όπου είχε εισαχθεί η καντάδα. Αργότερα προσελήφθη ως αριστερός ψάλτης σε ένα μικρό ναό, όπου ο επίτροπος, που ήταν πατριώτης του, πολύ τον προστάτευε.
Εκεί εξακολουθούσε να ψάλλει με ύφος γελοία ξενικό.
Φανταζόμενος τον εαυτό του ικανό να ψάλλει και κατά τα δύο συστήματα - το βέβαιο είναι ότι ήταν απλός ξυλοσχίστης - είχε ρωτήσει τον προστάτη, τον χαμοθιό του.
― Πώς θέλετε να ψάλλω; Βυζαντινά ή σας αρέσει, πιστεύω…
― Τι ξέρω εγώ απ᾿ αυτά! απάντησε ηλίθια ο επίτροπος.
Εγώ, από το παγκάρι, κοιτάζω μόνο τις μισότριβες που έρχονται…
Ήταν μάλλον μετριοφροσύνη εκ μέρους του να το λέει.
Η αλήθεια ήταν, ότι ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο για τις δεκάρες παρά για κάθε άλλο.
- Ένας άνθρωπος σύχναζε καθημερινά στου Ζουγράκη. 
Ο κουμπάρος.
Το ανδρόγυνο ζούσε με ομόνοια. Τρία ωραία παιδιά, λευκά και ξανθά όπως η μητέρα τους, είχαν έλθει στον κόσμο σε διάστημα τριών ετών και δύο μηνών.
Ο κουμπάρος, ήταν πολὺ συνδεδεμένος με την οικογένεια.
Εκεί συνήθως δειπνούσε, όχι σπανίως κοιμόταν εκεί. 
Ήταν άγαμος.
Στο δικό του σπίτι, ευρισκόμενο άγνωστο που, θα φαινόταν πολὺ λιγότερο συχνά παρά στου κουμπάρου του.
Ήταν ένας νέος με γυαλάκια, λιμοκοντόρος μάλλον, ο οποίος έκανε το μικρομεσίτη.
Ο Ζουγράκης ή Σγουράκης ήταν ξυλουργός το επάγγελμα, συντεχνίτης του Ηλία του Ξίδερη, με τον οποίο γνωρίζονταν καλά.
Ο Ξίδερης είχε λύσει ήδη καταφατικά, πολλά χρόνια πριν τούτο αναφυεί, το γελοίο ζήτημα «Να το λέμε;», το οποίο ρύπαινε κάποτε, όπως και τόσα άλλα, τους τοίχους των αθηναϊκών κτιρίων.
Κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε, ότι το καθαυτὸ ερώτημα θα ήταν:
«Να είμεθα κατάσκοποι;» 
Διότι χρηστός άνθρωπος, γείτονας ή όχι, που δεν ασχολείται με ξένες υποθέσεις, που δε ζηλεύει τις γυναίκες όλου του κόσμου και για λογαριασμό όλων των ανδρών, δεν θα ανελάμβανε ποτέ τη φροντίδα με αθέμιτα μέσα να ζητά να βεβαιωθεί περί της αρετής γυναίκας.
Αλλά ο περί ου ο λόγος ξυλουργός, που ψάλλει νόθα μέλη στην εκκλησία και προστατευόμενος του επιτρόπου, που κοιτάζει «τις μισότριβες», πίστευε ως τόσο τέλειο τον εαυτό του - ποιος ξέρει αν είχε αποτύχει σε κάποια επιχείρηση κατά της ίδιας γυναίκας! - ώστε χρέος του νόμισε να αναλάβει την ηθικοποίηση της κοινωνίας.
Είχε κατασκοπεύσει τον «κουμπάρο» που ερχόταν εν απουσία
του συζύγου και, όπως ειπώθηκε, βεβαιώθηκε για το ολίσθημα της γυναίκας. Φαίνεται δε ότι είχε διοργανώσει προς τούτο τακτική πολιορκία, στην επιτυχία της οποίας πολὺ συνέτεινε το «τυφλό σοκάκι», το αδιέξοδο του δρόμου, όπου μπορούσε κανείς να φλομώσει άνθρωπο σαν χταπόδι στο θαλάμι του και να τον συλλάβει σαν ποντικό.
Το ίδιο βράδυ, ο Ξίδερης έσπευσε να καταγγείλει το πράγμα στο σύζυγο.
***
Τώρα, μετά τόσα χρόνια, το τυφλό σοκάκι βρίσκεται ακόμη εκεί.
Ο δρόμος εξακολουθεί ακόμη να «μην βγαίνει».
Μετά πολλές θορυβώδεις σκηνές και μετά την απομάκρυνση του συζύγου, ο «κουμπάρος» του, συνοίκησε φανερά με την κουμπάρα του.
Η Ρηνούλα εξακολουθεί κάθε χρόνο να γεννοβολά.
Έχει, αν δεν απατώμαι, πάνω από μισή ντουζίνα παιδιά «παρδαλά», όλα εις βάρος του κουμπάρου.
Την πατρότητα των τριών πρώτων αρνήθηκε εκ των υστέρων ο πρώην σύζυγος.
Και ο Ηλίας ο Ξίδερης εξακολουθεί να πιστεύει, ότι «έκαμε το χρέος του».
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Το Σπιτάκι στο λιβάδι


Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1896
➖➖➖
Τη μετατροπή του κειμένου στην
καθομιλουμένη δημοτική
έκανε ο
Ιωάννης Δ. Γιαννούκος
⭐⭐⭐

Δεν είχε μείνει πλέον ούτε τόσο νερό στη μικρή λίμνη, όσο για να καραβίσουν ο Παντελής ο Φάντης και ο Χαράλαμπος ο Σανταβελής τα καραβάκια τους, όταν δραπέτευαν κάθε δειλινό από το σχολείο, με τις σάκες τους κρεμασμένες κάτω απ΄τη μασχάλη και τρέχοντας, ανασήκωναν τα παντελόνια τους από μακριά, ούτε τόση μούργα, όσο για να γεμίζει κάθε πρωί και βράδυ τη μικρή φιάλη της η γριά-Παναγιού η Κοτρονιώτισσα, πηγαίνοντας από βούρκο σε βούρκο και ξεχωρίζοντας με τον πήχη της και με το τενεκεδένιο πενηνταράκι της, το κατακάθι του λαδιού από το νερό και από τη λάσπη.
Ο Κύριος εισάκουσε τις παρακλήσεις των φτωχών και τους στεναγμούς των πενήτων και σώρευσε τόσα νέφη στον αιθέρα και άστραψε και βρόντησε τόσο τρομακτικά στο στερέωμα και έριξε τόσο άφθονο νερό στο παραθαλάσσιο χωριό, ώστε να ξεπλυθεί κάθε ακαθαρσία στη γειτονιά και να γίνει ένα η γη και ο ουρανός και η θάλασσα.
Ήταν ώρα δειλινού και από το πρωί ο αιθέρας ήταν θολωμένος και σκοτάδι επικρεμόταν και συννεφιά μεγάλη. 
«Ορώρει δ’ ουρανόθεν νυξ».
Τέλος οι καταρράκτες του ουρανού άνοιξαν και έγινε βροχή, θάλασσα, καταποντισμός.
Το κατώγι της γριά-Ραγιάδαινας, γέμισε νερό ως δύο πήχεις.
Το ελαιοτριβείο του Λαυκιώτη πατήθηκε ένα μπόι και πλέον από το νερό και οι κοπάνες γέμισαν, οι ελιές παρασύρθηκαν από το χαμηλό σοφά, το άλογο σταμάτησε και ο Γιάννης ο Αρμαμέντος έμεινε με το φτυάρι στο χέρι. Η θεια-Μαριώ η Κατσικάκαινα, βγήκε έξω στο χαγιάτι και συνέπλεκε τα χέρια σε προσευχή αγωνίας.
Ο σταύλος του γέρο-Κουμενή είχε πλημμυρήσει και το γαϊδούρι έπλεε στο νερό. Ο κύριός του άλλο μέσον δε βρήκε, παρά να τραβήξει την τριχιά από την κλαβανή επάνω στο πάτωμα, ώστε το ζώο να πλέει το σώμα κάτω και την κεφαλή να ανατείνει επάνω, με κίνδυνο να πνιγεί από το σχοινί πριν γλυτώσει από το νερό.
Πέρα στον κήπο του Σαραφιανού, η πλημμύρα είχε ρίξει κάτω τους τοίχους και το νερό ξέσπασε μέσα στον κήπο, παρασύροντας καλύβες, στάβλους, φυτείες και δένδρα.
Ο Σαραφιανός με τον κηρωτό επενδύτη του, με τα υποδήματα μέχρι τους μηρούς, προσπαθούσε να μπαλώσει πρόχειρα το ρήγμα του τοίχου, κουβαλώντας χονδρά ξύλα και κούτσουρα και σωρεύοντας αυτά για να φράξει τη ρωγμή. Η γριά-Χιόνω από το παράθυρο φώναζε:
— Κάψε τα, γιε μου, κάψε τα!
Ίσως φανταζόταν ότι ο γιος της συγκέντρωνε τα ξύλα για να ανάψει φωτιά.
Κάτω στο ποτόκι όλα ήταν θάλασσα.
Τα κατώγεια των σπιτιών είχαν πλημμυρήσει όλα. 
Το βαρελάδικο του μαστρο-Στεφανή είχε γεμίσει νερό ως δύο μπόια, ο βρόχινος ποταμός είχε ρίξει κάτω, πρώτον το τσαρδάκι ή το μικρό παράπηγμα του Στεφανή, έπειτα παρέσυρε τα βαρέλια σε χορό όλα, όσα ήταν αποκάτω στο τσαρδάκι, έπειτα εισόρμησε στο εργαστήριο του καλού βαρελά και το έκαμε να πλέει.
Αλλά η πλημμύρα ήταν σε όλα τα ισόγεια και όπου τα πατώματα ήταν χαμηλά, κινδύνευε να τα φθάσει. 
Η γριά-Ραγιάδαινα, φώναζε απ’ αντίκρυ να πάνε να τη γλυτώσουν.
Θα χρειαζόταν βάρκα, για να της κάμουν τη χάρη. Αλλά βάρκα δεν υπήρχε άλλη, παρά τα βαρέλια του μαστρο-Στεφανή, που έπλεαν όλα στη σειρά με γραφική νωθρότητα.
Ο γιος του βαρελά, ο μικρός, είχε καβαλικέψει το ένα απ΄ αυτά και βρήκε μεγάλη διασκέδαση, αλλά δεν κατόρθωσε να ανακαλύψει το πηδάλιο του αυτοσχέδιου πλοιαρίου. Έκλινε πότε με το ένα πόδι, πότε με το άλλο κατά το ρεύμα και ήταν έτοιμος κάθε στιγμή να δώσει βουτιά.
Επάνω στο ψηλότερο μέρος της συνοικίας, το ανατολικό, δεν ήταν φόβος να φθάσει το νερό στα σπίτια. Εκεί ήταν τα Κοτρόνια, ψηλοί βράχοι, καμωμένοι επίτηδες για να κτίζουν φωλιές τα νυχτοπούλια και για να ανεβαίνουν τα παιδιά να παίζουν με τους χάρτινους αετούς, για να κάμουν τρέλες και να φωνάζουν.
Η γριά-Σακαβάραινα είχε βγει στον εξώστη και τραβούσε τα μαλλιά της και φώναζε:
—Τ’ είν’ αυτό, Θε μου, τ’ είν’ αυτό! Αμαρτωλοί είναι και θα τους βουλιάξει;
Και η θεια-Καρπέταινα, σύζυγος πλοιάρχου, ενθυμούμενη τον άνδρα της και τους γιους της, που ταξίδευαν με το καράβι, έκραζε:
—Παναγιά μ’, στο πέλαγο! Παναγιά μ’, στο πέλαγο!
Ο γέρος πατέρας, ο καλός οικογενειάρχης ενός πτωχού σπιτιού δίπλα στο βαρελάδικο, είχε οπλισθεί πρόχειρα με σκαπάνη και με κουβά και είχε κατεβεί στο ισόγειο. Προσπαθούσε να αδειάσει το νερό από το κατώγι, παιδευόταν να φράξει έως δύο πιθαμές το κατώφλι και πάσχιζε να δέσει το πιθάρι του λαδιού από ένα κρίκο στον τοίχο.
Εγώ, - ήμουν κι εγώ εκεί - στεκόμουν στο παράθυρο, έβλεπα και προσπαθούσα να διώξω το φόβο, να διασκεδάσω.
Το είχα πάρει πονηρά και δεν πήγα στο σχολείο - άλλωστε πολύ αραιά πήγαινα. - 
Γυναίκες ανασκουμπωμένες μέχρι τα γόνατα, πατώντας στα νερά, ο βαρελάς κοπιάζοντας να εξασφαλίσει το εργαστήριό του, να μαζώξει τα βαρέλια του, να βάλει στην άκρη τα κλαδιά και τα ξύλα από το χαλασμένο παράπηγμά του, όλα αποτελούσαν παιδικό θέαμα.
Η φουρνάρισσα φώναζε απ’ αντίκρυ να πάνε να γλυτώσουν τις κλάρες της, που τις είχε παρασύρει το ρεύμα. Δύο ή τρεις γέροντες της γειτονιάς, ήταν μέχρι τους βουβώνες στο νερό για να γλυτώσουν λίγες κουτσούρες και καυσόξυλα, που έπλεαν στον ποταμό.
Η γριά-Μερεγκλίνα, από το στενό μέσα, φώναζε να της γλυτώσουν τη σκαφίδα της, που την είχε πάρει το ρεύμα και την έσπρωχνε κάτω προς τη θάλασσα.
Τα παιδιά από το σχολείο είχαν κάμει γενική έξοδο, καθώς κόπασε η βροχή και το ρεύμα της πλημμύρας φούσκωνε ακόμη.
Βγήκαν τρέχοντας με άτακτες φωνές και έτρεχαν, έτρεχαν στη μεγάλη λίμνη του νερού κάτω προς το γιαλό, για να προφτάσουν να χορτάσουν καράβισμα και παιγνίδι στα νερά μία φορά, να βραχούν, να παίξουν με το ρεύμα. 
Και δύο κοπάδια πάπιες, που έπεσαν τα νερά άμα σταμάτησε η βροχή και βουτούσαν, τράπηκαν σε φυγή έντρομες.
***
Η φτωχή χήρα, η Μαριώ η Λιβαδάκαινα, μαζί με την κόρη της τη Ματώ, βρίσκονταν στο μεμονωμένο σπιτάκι τους, στο χαμηλότερο μέρος του Λιβαδιού, προς την εξοχή, στην άκρη του χωριού.
Άμα άρχισε η καταιγίδα και τα θεμέλια του σπιτιού γρήγορα πλημμύρισαν.
Αλλά η Μαριώ δεν πρόσεχε κατ’ αρχάς σε τούτο. Είχε το μάτι ψηλά κατά το βουνό. Ήταν αφηρημένη.
— Μάννα, θα πλημμάρουμε, φώναξε η κόρη της.
Η μητέρα εξακολουθούσε να κοιτάζει ψηλά στο βουνό.
— Ας πα να πλημμάρουμε, ψιθύρισε.
— Μάννα, πλημμάραμε! επανέλαβε μετά από λίγο η Ματώ.
Η χήρα έστρεψε το βλέμμα. Όλη η στεφάνη του εδάφους ολόγυρα είχε πλημμυρήσει και το ισόγειο του σπιτιού ήταν γεμάτο νερό.
Το χαμηλό πάτωμα κινδύνευε να το φθάσει. 
Θάλασσα, ποταμός, πέλαγος.
— Πω, πω, πω! έκαμε η μητέρα συμπλέκοντας τα χέρια.
Από τη στέγη του σπιτιού είχαν ανοίξει δέκα έως δώδεκα σταλαγμοί.
Τα φορέματα, η «τέμπλα» με τα στρώματα και τα σεντόνια, τα πενιχρά έπιπλα, όλα ήταν καταβρεγμένα.
Η κόρη τα μετέφερε και τα συγκέντρωνε όλα μαζί, πότε στη μία γωνία και πότε στην άλλη, αλλά και εκεί άνοιγε σταλαγμός.
Τέλος τα κουβάλησε όλα στη μέση, αλλά κι εκεί άνοιξε μεγάλος σταλαγμός στον «καβαλάρη» της στέγης.
Την προηγούμενη εβδομάδα είχαν ξανασύρει τη σκεπή.
Να το ήξεραν να μη βάλουν μάστορη!
Αλλά και τι τον ήθελαν το μάστορη; Μήπως ήταν δικό τους σπίτι;
Ο κυρ Αργυρός ο Ξυγκοχέρης, ο πιστωτής τους, τους φοβέριζε καθημερινά να τους βγάλει από το σπίτι. Προ δύο ημερών ακόμη, είχε περάσει απ’ εκεί και τους είπε ότι θα τους πάρει το ποτάμι…
Ας χαρεί τώρα.
— Πω, πω! θα πνιγούμε μάννα! έσκουζε η κόρη συμπλέκοντας τα χέρια, κοιτάζοντας από το παράθυρο κάτω και βλέποντας όλο το Λιβάδι θάλασσα. Δε φαινόταν πουθενά πάτημα για να πατήσει κανείς.
Και η βροχή εξακολουθούσε ακόμη.
— Θα πνιγούμε! θρήνησε η μητέρα, τραβώντας τα μαλλιά της και ο αδερφός σου, ο αδερφός σου που λείπει απ’ το πρωί στο χωράφι, δε θα πνιγεί;
Σπαρακτική ήταν η φωνή της μητέρας.
***
Απέναντι, προς το νότιο μέρος, πεντακόσια βήματα μακριά, κατοικούσε η Μαργαρώ η Μποστανού, μέσα στο λαχανόκηπο τον οποίο καλλιεργούσε ο σύζυγός της. 
Το σπιτάκι τους ψηλά, πάνω σε λοφίσκο, αψηφούσε την πλημμύρα.
Η γυναίκα είχε ανοίξει το παράθυρο και φώναξε προς τη Μαριώ τη Λιβαδάκαινα:
— Θα πνιγείτε, χριστιανές!
Η Μαριώ ήταν αφοσιωμένη όλη στο στοχασμό του γιου της,
ήταν παραδομένη στην ανησυχία της. Κοίταζε το βουνό με βλέμμα απλανές, σαν να έβλεπε οπτασία.
Ο γιος της πού να είναι με αυτόν τον κατακλυσμό;
— Πνιγήκατε χριστιανές, φώναξε πάλι η Μαργαρώ 
η Μποστανού.
Όλο το Λιβάδι πέλαγος. Και αν προθυμοποιείταν κανείς να πάει σε βοήθεια των αγωνιώντων, δε θα μπορούσε πλέον.
Ο σύζυγος της Μαργαρώς ήταν κάτω στο ισόγειο και διόρθωνε τα τσαπιά και τρόχιζε με οξύ τριγμό μικρό πριόνι, το οποίο του χρησίμευε για το κλάδεμα των δένδρων.
Το νερό έπρεπε να ανεβεί δύο μπόια ακόμη για να τους φθάσει.
Από τη μικρή πόρτα έβλεπε και αυτός την τεφρή, χωματόχρωμη, κυματώδη θάλασσα, να κατακλυζει όλα τα αλώνια και τους κάμπους.
— Καλέ, δεν ακούς τι γίνεται, δε βλέπεις! φώναξε από πάνω από την καταπακτή η σύζυγός του. 
Θα χαλάσει ο Θεός τον κόσμο.
Ο κηπουρός από κάτω απάντησε στην ερώτηση με τραγούδι, ψάλλοντας με τη βραχνή φωνή του:
Βρέχει ουρανός και βρέχουμαι,
ξενάκ’ είμαι και ντρέπουμαι.
***
Η θέση των δύο γυναικών, στο μοναχικό σπιτάκι του Λιβαδιού, άρχισε να γίνεται απελπιστική. 
Η κόρη έξαλλη φώναζε απελπισμένα.
Κοίταζε βλοσυρά το παράθυρο, τον εξώστη, την ξύλινη σκάλα, όλα να απειλούνται και να σαλεύουν από την πλημμύρα.
Η μητέρα είχε πάψει τώρα πια να τραβά τα μαλλιά της. Έσχιζε τα μάγουλά της, κοβόταν και μοιρολογούσε. Δεν έκλαιγε το σπίτι, δεν έκλαιγε την κόρη της, ούτε τον εαυτό της, έκλαιγε το γιο της, που ήταν μακριά.
Κοίταζε κατά το βουνό, αλλά δεν το διέκρινε πλέον.
Ο πελώριος σίφουνας, στύλος φοβερός που ένωνε τον ουρανό με τη γη, οπού με πένθιμες ανταύγειες φώτιζε κατά διαλείμματα τα πέριξ και έκανε το βουνό να ξεχωρίζει, σχίσθηκε ήδη, διερράγη και διαλύθηκε και το βουνό, μαύρος ατμός, έγιναν ένα με τον αιθέρα.
Φανταζόταν ήδη πνιγμένο το γιο της, πτώμα ελεεινό, φοβερό στη θέα, να παρασύρεται από το ρεύμα, κτυπώντας το κεφάλι από βράχο σε βράχο, αγκιστρωμένο και σφηνωμένο στους βάτους και τους θαμνώνες, από αιμασιά σε αιμασιά.
Αυτοσχεδίαζε ακούσια ένα μοιρολόγι:
Πώς θα σε φέρουν, γυιόκα μου, πνιγμένο μες στο ρέμα!
Πώς θα σε ιδώ!...
Η Μαργαρώ η Μποστανού, εφώναζε τον άνδρα της:
— Καλέ, έλα πάνω να δεις! Να μπορούσε κανείς να τις γλυτώσει!...
Ο άνθρωπος απάντησε με το βραχνό τραγούδι του:
Έρχουμαι, κυρά μ’, δεν έρχουμαι,
όξω στην πόρτα στέκουμαι,
βρέχει ουρανός και βρέχουμαι.
***
Η βροχή είχε πάψει και η πλημμύρα δεν είχε καταπέσει.
Είχαν κατέβει όλα τα ανώνυμα ρέματα του ποταμού, όλα των κοιλάδων τα θολά ποτάμια, όλα τα χειμέρια κατακαθίσματα στους πρόποδες του βουνού.
Το μικρό σπιτάκι στο Λιβάδι έτριζε, έτριζε, κατέρρεε.
Η βοή του καταποντισμού ανερχόταν στον αιθέρα και στη βοή αυτή, δε χανόταν ο στεναγμός των πτωχών για τους αγγέλους του Θεού.
Το σπιτάκι της φτωχής χήρας είχε καθίσει από το ένα μέρος και είχε πάρει στάση κουτσού που έκλινε προς τον ένα ώμο, πτωχού γέροντα που στηριζόταν στο μπαστούνι του.
Δεν υπήρχε ορατό στήριγμα γι’ αυτό. Αλλά αόρατο χέρι φαινόταν να το κρατεί από το ένα μέρος, για να μη καταρρεύσει όλο.
Όταν κόπασε η βροχή, χωρικοί κατέβαιναν βιαστικοί με τα υποζύγιά τους. Γύριζαν από τους αγρούς μισοπνιγμένοι, βρεγμένοι ως το κόκκαλο. Περνούσαν σε απόσταση εκατοντάδων βημάτων.
Η Μαριώ στεκόταν στο παράθυρο, παρακαλώντας απ΄ την καρδιά την Παναγία και ρωτώντας μεγαλοφώνως όσους περνούσαν από μακριά:
—Μην είδατε τον Μανώλη, το γιο μου;
Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Ο καθένας έτρεχε για να δει τι έγινε το σπίτι του, η φαμιλιά του και δεν άκουε τι τον ρωτούσε η χήρα του Λιβαδιού.
Αλλά αυτή δεν απέκαμνε να ερωτά, όσο έβλεπε να έρχεται το σκοτάδι.
Η Δεκεμβριανή ημέρα είχε δύσει, η πλημμύρα κατάπεφτε και το σκοτάδι απειλητικό επικρεμόταν στα φωσφορίζοντα νερά.
— Μην είδατε πουθενά το γιο μου, το Μανώλη;
— Δεν τον είδαμε…. της φάνηκε ότι άκουσε και η απάντηση ήταν σπαραγμός γι’ αυτήν. Ω, Παναγία μου!
— Μάννα, αφού γλυτώσαμε ως τώρα, πάμε να κατεβούμε κι ας πλέψουμε στο ποτάμι. Το σπίτι θα πέσει, μπορεί να γλυτώσουμε!
— Πάμε να ιδούμε τι γίνηκε ο Μανώλης.
Η κόρη εμπρός, η μητέρα πίσω, δοκίμασαν να κατεβούν την σαλευόμενη και σειόμενη σκάλα.
Είχαν κατέβει δύο σκαλοπάτια και πλατάγισμα ακούσθηκε μέσα στο νερό. Φάνηκε κάτι τι μεγαλόσωμο, διπλό στο σχήμα, τεράστιο, κενταυρικό κατά το ήμισυ, να πλέει, πατώντας, πηδώντας και παραδέρνοντας, μέσα στο ρεύμα.
— Μάννα, είστε καλά; Γλυτώσατε;
Ήταν η φωνή του Μανώλη.
— Ω, γιε μου! Ω, παιδί μου, παιδάκι μου! Είσαι καλά; Ήρθες;
Ήταν ο Μανώλης, καβάλα στο άλογό του.
Πήδησε κάτω, έως τη μέση στο νερό και αγκάλιασε τη μητέρα του.
***
Το βράδυ εκείνο, η πτωχή οικογένεια πήγε και διανυκτέρευσε στης Μαργαρώς της Μποστανούς. 
Ο κηπουρός συμβούλευσε το Μανώλη:
— Να κάμεις νόμο-τρόπο, λέω ’γω, να αγοράσεις ένα σπιτότοπο απάνω στα Κοτρόνια ή στα Γελαδάδικα ή στον Απάνω Μαχαλά, να χτίσετε κανένα σπιτάκι, να μη σας πατεί το νερό.
Η χήρα πήρε το λόγο:
— Καλά το λες, γείτονα, μα κείνος ο νταβατζής μας ο Ξυγκάκιας, του χρωστούμε, λέει, δεν ξέρω πόσα γίνονται, τριακόσιες δραχμές, όλο το διάφορο-κεφάλι, το διάφορο-κεφάλι… κι ας του πληρώναμε ταχτικά το διάφορο, μόνο δυο χρονιές δεν του πληρώσαμε…
Θα μας έχει πάρει άλλα τόσα κι άλλα τόσα κι ακόμα δώσ’ του, το διάφορο-κεφάλι του… και φοβέριζε να μας βγάλει από το σπίτι, να μας το πουλήσει στη δημοπρασία… και μας είπε τις προάλλες, θα πέσει, μας είπε, το σπίτι να μας πλακώσει….
Να που έπεσε τώρα, ας το χαρεί… Δεν έστελνε δα σήμερα κανένα κλήτορα ή κανένα ταχτικό να μας βγάλει απ’ το σπίτι, μεγάλη χάρη θα μας έκανε… όλοι μας δυο πήχες τόπο θα χρειαστούμε για να μας θάψουν….
Ας χορτάσουν πλια οι αναχόρταγοι…
Ο κηπουρός έσεισε τους ώμους, ήπιε μία εις υγείαν της χήρας και των παιδιών της και έψαλε εύθυμα το βραχνό άσμα του:
Έλα βαριά, σιγά και ταπεινά,
μην πάρουν τ’ άρματα φωτιά,
και κάψουνε τη γειτονιά.
Έρχουμαι, καλέ μ’, δεν έρχουμαι,
όξω στην πόρτα στέκουμαι,
ξενάκ’ είμαι και ντρέπουμαι.
Και η Μαργαρώ η γυναίκα του είπε:
— Εγλύτωσεν ο κοσμάκης και τη φορά αυτή, δόξα να ’χει 
ο Θεός!
 
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


TO ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΡΦΕΩΝ 2